Από τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου
(Τμήμα Περιβάλλοντος),
Γιάννη Ν. Χατζόπουλο,
πήραμε το video που δείχνει
τα μυστικά του Παρθενώνα
και επίσης δείχνει τη Νάξο.
Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010
Αξίζει να το δεις …
Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010
Δευτέρα 17 Μαΐου 2010
Ας ξεκινήσουμε την εβδομάδα με το … δεξί!
Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010
Υπάρχει νέα εθνική ταυτότητα;
…«η Ελλάδα είναι η πρώτη ανατολική χώρα στην ιστορία που επιχείρησε να γίνει δυτική»…
Αν και η ανάγκη είναι πρόδηλη, στην Ελλάδα η συζήτηση για την ταυτότητα δεν άνοιξε ακόμη, όπως λ.χ. συνέβη στη Γαλλία. Ποια είναι η νέα ελληνική ταυτότητα; Πώς επηρεάζεται από τις ευρύτατες μεταβολές;
Πώς τη σφραγίζει η σημερινή παραγωγική γενιά και πώς θα την παραδώσει;
Εκείνο που επικράτησε ως ελληνική ταυτότητα από το 1960 και άντεξε ως τις μέρες μας δεν λειτουργεί πλέον με επάρκεια.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εurostat, σήμερα ζουν στη χώρα μας πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες. Το σχέδιο νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα δώσει την ελληνική εθνικότητα σε περισσότερους από 250.000 μετανάστες, ενώ, το πιο σημαντικό, είναι ότι θα μετατρέψει το ευρωπαϊκού τύπου «δίκαιο του αίματος» σε αμερικανικού τύπου «δίκαιο του εδάφους», αφού τα παιδιά των μεταναστών που θα γεννιούνται στην Ελλάδα θα λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική εθνικότητα.
Το ζήτημα είναι τώρα πολύ πιο πολύπλοκο απ΄ ό,τι 20 ή 10 χρόνια πριν και λαμβάνει διαστάσεις πολυεθνικότητας που θυμίζουν περισσότερο τον 19ο παρά τον 20ό αιώνα, ενώ στις διαδικασίες ενσωμάτωσης ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των θρησκειών.
Πέρα όμως από το μείζον θέμα της απόδοσης ελληνικής εθνικότητας σε μετανάστες, υπάρχουν και άλλες πολύ σημαντικές διαστάσεις της διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας.
Λ.χ., κατά τον Στέλιο Ράμφο «η Ελλάδα είναι η πρώτη ανατολική χώρα στην ιστορία που επιχείρησε να γίνει δυτική» και το γεγονός αυτό, μαζί με βάρη των μετεμφυλιακών χρόνων, έχει δημιουργήσει τεράστιες «ψυχικές εκκρεμότητες» οι οποίες προκαλούν ακόμη στρεβλώσεις.
Ταυτόχρονα, η αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα βρίσκει τη χώρα σε συνθήκες αβεβαιότητας που όμοιά της δεν έχει βιώσει εδώ και πολύ καιρό. Σταθερές με τις οποίες ο τόπος πορεύτηκε επί δεκαετίες έχουν ανατραπεί. Εν τω μεταξύ, στη σκέψη ή στην τέχνη πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι γεννιούνται νέα ρεύματα και τάσεις που δείχνουν διεξόδους και κατευθύνσεις σε οτιδήποτε, ενώ νέα ιδεολογία δεν παράγεται. Ωστόσο η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα υπήρξε από την πρώτη στιγμή κατ΄ εξοχήν πνευματική.
Οι ρίζες της φτάνουν ως τον Ομηρο, ενώ στον Θουκυδίδη και στον Ισοκράτη παίρνει πλέον ξεκάθαρη μορφή:
Ελληνες είναι εκείνοι που μετέχουν στην ελληνική γλώσσα και Παιδεία και που οργανώνουν τις πόλεις τους με ελληνικούς θεσμούς.
Με τον Μέγα Αλέξανδρο, η ελληνικότητα γίνεται οικουμενική. Στους βυζαντινούς χρόνους νέο κυρίαρχο στοιχείο της συζήτησης καθίσταται ο χριστιανισμός. Κατά την Επανάσταση του 1821 τη σφραγίζει ο νεοκλασικισμός του Αδαμάντιου Κοραή, ώσπου το 1835 ο Φαλμεράγερ αποφάσισε ότι οι νέοι Ελληνες... ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχαίους.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τον ανασκευάζει. Στον 20ό αιώνα την επανακαθορίζει η Γενιά του ΄30.
Ο Μεταξάς γελοιοποιεί την ελληνικότητα, όπως αργότερα και ο Παπαδόπουλος- εν τω μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ένας Εμφύλιος...
Τελικά, η δεκαετία του 1960 πετυχαίνει μια ιστορική συναίρεση: μέσα από το τραγούδι και το κοινωνικό πλάτος που αυτό προσφέρει και με πρωτοπόρο τον Μίκη Θεοδωράκη ο Επιτάφιος του Ρίτσου τραγουδιέται δίπλα δίπλα στο Αξιον Εστι του Ελύτη και στο Μυθιστόρημα του Σεφέρη από εκατομμύρια λαού και έτσι μια νέα πιο νέα συνθετική εκδοχή της ελληνικότητας, χωρίς να συζητείται πια τόσο πολύ, γίνεται ξαφνικά έννοια φυσική και αυτονόητη.
Είναι ένα κίνημα που απλώνεται παντού: στην ποίηση, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στη σκέψη, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στον κινηματογράφο...
ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π.ΜΑΛΟΥΧΟΥ
Ποιοι πραγματικά είμαστε
ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ
Η συζήτηση και οι συνακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ελληνική ταυτότητα κρατούν, όπως ξέρουμε, από δω και πάρα πολλά χρόνια.
Ομως η με ιδιαίτερη ένταση επαναφορά τους γίνεται κάθε που εμφανίζεται μια οξεία, και πολλαπλή, κρίση σ΄ αυτόν τον τόπο. Οπότε οι αντίπαλες θεωρητικές προσεγγίσεις, δηλαδή κατ΄ ουσίαν οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις τις οποίες εκφράζουν, δίνουν τη διαφορετική τους απάντηση.
Οι συντηρητικές δυνάμεις δίνουν την αναχρονιστική τους απάντηση, οι προοδευτικές την εκσυγχρονιστ
ική, και, από μιαν εποχή κι έπειτα, οι επαναστατικές τη δική τους ανατρεπτική απάντηση. Οι συντηρητικές απαντήσεις γρήγορα κρυσταλλώθηκαν σε στερεότυπα που η αμφισβήτησή τους χαρακτηρίστηκε από τους εκφραστές τους ως βαρύτατο, ακόμα και αντεθνικό, παράπτωμα, ενώ η διαιώνισή τους εξασφαλίστηκε με την καθιέρωση ενός πλέγματος φόβων και ενοχών, όπως θαυμάσια το έδειξε η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου στο ύστατο βιβλίο της Οι φόβοι ενός αιώνα (2007). Ωστόσο με τον καιρό παγιώθηκαν σε αντίδρομα, αλλά αντίστοιχα, στερεότυπα και οι άλλες απαντήσεις, κυρίως οι επαναστατικές, ή οι λεγόμενες επαναστατικές. Και αυτές δημιούργησαν ένα άλλο πλέγμα φόβων και ενοχών για όποιον έθιγε τις απόλυτες βεβαιότητές τους, και αυτών η αμφισβήτηση χαρακτηρίστηκε από τις δυνάμεις που ιερατικά τις εξέφραζαν ως βαρύτατο παράπτωμα, και μάλιστα αντεπαναστατικό. Ετσι, κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα της ταυτότητας, ξεκινώντας από ιστορικό, πολιτικό ή ακόμα και υπαρξιακό, καταλήγει να γίνεται ιδεολογικό, με την έννοια που έδινε στην ιδεολογία ο νεαρός Μαρξ, δηλαδή όχι την κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά την προβολή στην πραγματικότητα των προϋπαρχουσών ιδεών μας γι΄ αυτήν, τελικά την κίβδηλη συνείδηση.Γι΄ αυτό και νομίζω πως εκείνο που έχει σπουδαιότητα δεν είναι το τι ιδέα έχουμε για το ποιοι είμαστε αλλά το να είμαστε. Και δεν μπορούμε να είμαστε παρά μόνο αν παράγουμε πράγματα που να έχουν ταυτόχρονα αξία χρήσης και αξία ανταλλακτική, και μαζί να δημιουργούμε έργα που όμως αυτά να έχουν περισσότερο αξία χρήσης και λιγότερο αξία ανταλλακτική και εμπορευματική.
Γίνεται όμως σήμερα αυτό; Ή μπορεί να γίνει; Δεν είμαι βέβαια αυτός που θα καταστρώσει σχετικά προγράμματα, που θα προτείνει συνταγολόγια ή έστω που θα διατυπώσει ευχολόγια. Πάντως στον βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει πιστεύω πως έναν καίριο ρόλο έχει να παίξει ο λόγος, στις πολλαπλές εκφράσεις του, την ιστορική, τη φιλοσοφική, τη δοκιμιακή, την ποιητική, την πεζογραφική, τη θεατρική. Αλλιώς, όσο η κρίση συνεχίζεται, ή οξύνεται, τόσο το κενό που δημιουργείται θα καλύπτεται από έναν ασυγκράτητο και αχόρταγο καταναλωτισμό, συχνά καλυμμένο με το ένδυμα των συντεχνιακών διεκδικήσεων, και μαζί από μιαν εξίσου ασυγκράτητη και αχόρταγη ηδονιστική ψυχαγωγία, καλυμμένη με το ένδυμα της καλλιτεχνικής ή ακόμα και της λογοτεχνικής δημιουργίας. Και τόσο περισσότερο θα βολευόμαστε σ΄ έναν κόσμο όχι απλώς άρτου και θεαμάτων, αλλά αμβροσίας και show business, εξιδανικευμένου από κάθε λογής εικόνες περί της σπουδαίας και μοναδικής στον κόσμο ταυτότητάς μας.
Ο κ. Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής.
Η ελληνικότητα κινδυνεύει από εμάς
ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ
«Ερωτόκριτος και Αρετούσα» του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, του ζωγράφου που εξέφρασε αυθεντικά την ελληνικότητα
Κάθε κάποια χρόνια, δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσα ακριβώς, συμβαίνουν αλλαγές στην ταυτότητα ενός τόπου. Ομως, συνήθως, οι αλλαγές αυτές δεν επηρεάζουν σε βάθος την ουσία της ταυτότητας.
Ετσι και οι αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, είτε ενδογενώς στην Ελλάδα, είτε εκείνες που είναι αποτέλεσμα εξωτερικών μεταβολών, δεν επηρεάζουν την ουσία της ελληνικής ταυτότητας, όσο κι αν τώρα που τις βιώνουμε μπορεί να μας φαίνεται αλλιώς.
Οι αρχαίοι Ελληνες φορούσαν χιτώνες, οι αγωνιστές του ΄21 φουστανέλες, εμείς, σήμερα, φοράμε παντελόνια ευρωπαϊκού τύπου, αλλά δεν αλλάζουμε. Και δεν αλλάζουμε, επειδή ζούμε κάτω από το ίδιο φως, στο ίδιο κλίμα, αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, χαιρόμαστε την ίδια φύση, κάνουμε τις ίδιες χειρονομίες.
Τελικά, η ελληνικότητα γεννιέται κυρίως από τον τόπο που ζούμε και καθορίζεται από αυτόν και από τη γλώσσα, και γι΄ αυτό αργά ή γρήγορα θα ενταχθούν σε αυτή την ελληνικότητα κι όσοι ξένοι έρχονται να ζήσουν σε αυτόν τον τόπο. Πολλοί, που αγνοούν εντελώς την καθοριστική σημασία όλων αυτών, πιστεύουν αντίθετα ότι η ελληνικότητα βρίσκεται στην παράδοση που απειλείται από τις αλλαγές.
Τους διαφεύγει ότι και η ίδια η παράδοση κα θορίζεται από τον τόπο και από το φως του. Αλλά, κυρίως, κάνουν το μεγάλο λάθος να ταυτίζουν τη διατήρηση της ελληνικότητας με τη μίμηση του παρελθόντος.
Κι αυτό είναι ένα έγκλημα, που γεννά τέρατα. Η μίμηση του παρελθόντος, του αρχαίου, του βυζαντινού ή όποιου άλλου, είναι κάτι κακό και επικίνδυνο που κλείνει τη σκέψη μας, μας στερεί κάθε δυνατότητα να ανανεώσουμε κι εμείς την ελληνική ταυτότητα και να την παραδώσουμε ανανεωμένη στους επόμενους. Το παρελθόν μάς βοηθά όταν μαθαίνουμε από αυτό, όχι όταν το αντιγράφουμε. Το ίδιο κακό γίνεται κι όταν αντιγράφουμε ξένα στοιχεία, όπως έκαναν οι έλληνες ζωγράφοι του 19ου αιώνα που πήγαν στο Μόναχο. Ζωγράφιζαν ελληνικά θέματα, αλλά σαν Γερμανοί. Αλλά το γερμανικό φως, ή μάλλον η γερμανική καταχνιά, που έμαθε τους Γερμανούς να φτιάχνουν αριστουργήματα, δεν έχει καμιά σχέση με το φως της Ελλάδας.
Το ίδιο κι οι σκιές. Και, ξαφνικά, ανάμεσα στους γερμανοσπουδαγμένους «λόγιους» έλληνες ζωγράφους, από το πουθενά, ξεπετάχτηκε ένας Θεόφιλος, ένας ξυπόλυτος με μια λερή φουστανέλα, που εξέφρασε την αληθινή ελληνικότητα όσο κανένας άλλος... Εγώ, δουλεύοντας πάνω στη σκληρή αντίθεση της σκιάς και του φωτός του ελληνικού, συνεχίζω ακριβώς αυτή την παράδοση με νέο τρόπο. Κι έτσι σε όλον τον κόσμο άνθρωποι μου λένε ότι νιώθουν μέσα από τα έργα μου τη συνέχεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, χωρίς να ξέρουν το γιατί... Σήμερα, την ελληνικότητα τη βλέπω ακόμα και στα αυθαίρετα. Στα σπίτια που χτίζονταν μέσα σε ένα βράδυ όπως όπως, με ό,τι ταπεινά υλικά υπήρχαν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή. Αντίθετα, δεν τη βλέπω καθόλου σε τερατώδη κτίρια στη Μύκονο ή σε άλλα νησιά, που μπορεί να κρατούν το λευκό χρώμα ή την πέτρα, αλλά που οι διαστάσεις, οι αναλογίες και οι όγκοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με την αληθινή αρχιτεκτονική εκείνης της γης και την προσβάλλουν. Το Αιγαίο, που τώρα όλοι μιλούν γι΄ αυτό, δεν το ξέραμε, ο Ελύτης μάς το ΄μαθε, αλλά δεν το καταλάβαμε. Ελληνικότητα δεν είναι να πηγαίνεις και να αντιγράφεις το παρελθόν σου. Ελληνικότητα είναι να μαθαίνεις από όλα αυτά, να τα κουβαλάς μέσα σου και να τα ξέρεις, αλλά, όπως ο Οδυσσέας, να κάνεις αυτό που αυτός εδώ ο τόπος σού ζητά. Να παίρνεις το ελληνικό και να το κάνεις παγκόσμιο. Εγώ τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Και το είδα να γίνεται. Η αρχή της Οδύσσειας είναι η ελληνικότητα. Και γι΄ αυτό δεν κινδυνεύει από όλες τις αλλαγές. Αν κινδυνεύει η ελληνικότητα, κινδυνεύει μόνο από εμάς τους ίδιους...
Ο κ. Αλέκος Φασιανός είναι ζωγράφος.
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
Νάξος, με τα μάτια επισκέπτη
«Το καλοκαίρι που μας πέρασε επισκέφτηκα με τους καλούς μου φίλους τη Νάξο, το νησί του Διονύσου και της Αριάδνης, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Όμως, όπως συμβαίνει και σε κάθε περιοχή της χώρας μας, η Ρωμιοσύνη και τα παρατράγουδά της είναι πάντοτε παρόντα και κραταιά.
Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα το νησί κατοικούταν τουλάχιστον απ΄ την 5η π.Χ. χιλιετία. Στα αρχαία χρόνια η Νάξος ήταν όχι μόνο το μεγαλύτερο, αλλά και το πιό εύφορο νησί των Κυκλάδων, διάσημο για το κρασί και τη λατρεία στο Διόνυσο, που έσμιξε εκεί με την Αριάδνη· ήταν ένα σπουδαίο εμπορικό, πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο.
Κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων ήταν υποστηρικτής της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Aργότερα έγινε μέρος της Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι ύστερα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Σήμερα η Ρωμαίικη Νάξος είναι το νησί του αγίου Νικοδήμου και των εκατοντάδων μονών κι εκκλησιών της Ρωμιοσύνης.
Δεν υπάρχουν ούτε καν τα ερείπια του ένδοξου αρχαίου παρελθόντος της, παρά μόνο εκατοντάδες εκκλησίες, εκ των οποίων πλείστες Παναγίες, όπως: Παναγία η Φιλοτίτισσα, Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, Παναγία η Υψηλοτέρα, Παναγία η Βλαχερνιώτισσα, Παναγία η Απειρανθίτισσα, Παναγία η Αργοκιλιώτισσα, Παναγία η Πρωτόθρονος, Παναγία η Δαμνιώτισσα, Παναγία η Δροσιανή, Παναγία η Καλορίτσα, Παναγία η Θεοσκέπαστη κ.λπ..
Η Μητρόπολη Παροναξίας διαθέτει συνολικά 44 ενοριακούς ναούς, 260 παρεκκλήσια, 570 εξωκκλήσια, 18 ναούς νεκροταφείων, 20 μοναστηριακούς ναούς, 8 ναούς μετοχίων και 43 ιερείς.
Πολλοί ναοί έχουν κτισθεί στη θέση κατεδαφισθέντων αρχαίων ναών με τα υλικά τους, όπως: Ο μητροπολιτικός ναός της Ζωοδόχου Πηγής· βρίσκεται στην περιοχή της Αρχαίας Αγοράς.
Οι μονολιθικές κολώνες από γρανίτη, που βρίσκονται στην εκκλησία έχουν μεταφερθεί από το ναό του Απόλλωνα της Δήλου. Ο Άγιος Αρτέμιος Χαλάντρων και ο Άγιος Δημήτριος έχουν κτισθεί επί του αρχαϊκού οικισμού του Κινίδαρου· εκεί υπήρχε ναός της Αρτέμιδας.
Στον Άγιο Αρτέμιο Σαγκρίου υπάρχουν ρόμβοι, έλικες, σπείρες, ρόδακες κ.λπ.. Η Παναγία η Απειρανθίτισσα έχει κτιστεί επί ναού του Απόλλωνα. Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα επί ναού του Ποσειδώνα. Ο Άγιος Γεώργιος Διασορίτης επί ναού του Διός κ.λπ..»
Έχει ενδιαφέρον ολόκληρη η ανάρτηση στο http://freeinquiry.gr/webfiles/pro.php?id=989
Τρίτη 28 Ιουλίου 2009
OTAN H APXAIA ONTOΛΟΓΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΣΟΝ ΕΞΟΥΣΙΑΣΜΟΥ...
Δημιουργία
Στη Γένεση της Βίβλου αναφέρεται στο κεφάλαιο α΄ 2, ότι: «Και η γη ήταν χωρίς σχήμα και άδεια, και τα νερά βαθιά και σκοτεινά, και πνεύμα Θεού εφέρετο επί των υδάτων», από τη θέληση του οποίου προφανώς προέκυψε στη διάρκεια των έξι ημερών το Σύμπαν, σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους του ίδιου κεφαλαίου. Μελετώντας επίσης με προσοχή το απόσπασμα 66(36) του Ηράκλειτου, που αναφέρει: «Ψυχήσιν ύδωρ γενέσθαι, ύδατι δε θάνατος γην γενέσθαι, εκ γης δε ύδωρ γίνεται, εξ ύδατος δε ψυχή» (Ο θάνατος για τις ψυχές σημαίνει να γίνουν νερό, για το νερό να γίνει γη, από τη γη νερό γίνεται και από το νερό ψυχή), φαίνεται ότι ο τιτάνας αυτός του Ιωνικού πνεύματος κατόρθωσε μέσα σε δεκαέξι λέξεις να κλείσει όλο το μυστήριο της δημιουργίας, δίνοντας τις βιολογικές και τις κοσμολογικές διεργασίες με καθαρότητα και σαφήνεια, τόση που μόνον η σημερινή Φυσική μπόρεσε να εξηγήσει. Σε τι διαφέρει άραγε το απόσπασμα της Γένεσης από το απόσπασμα του Ηράκλειτου, εκτός από το γεγονός, ότι η πρώτη, ως κείμενο «εξ αποκαλύψεως», θεωρεί τα πάντα εκ Θεού γενόμενα, ενώ ο δεύτερος δίνει την καθαρή φυσιοκρατική του άποψη της δημιουργίας; Ας μη λησμονείται, ότι ο Ηράκλειτος έζησε νωρίτερα περισσότερο από μισή χιλιετία, από τότε που άρχισαν να εμφανίζονται οι «εξ αποκαλύψεως» θρησκείες.
Για να κατεβάσετε ολόκληρο το κείμενο πατήστε Εδώ
Τρίτη 7 Ιουλίου 2009
ΚΥΚΛΑΔΙΚΑ ΕΙΔΩΛΙΑ ΚΑΙ ΗΛΙΟΣΠΗΛΙΕΣ
Πανάρχαιοι ακριβέστατοι υπολογισμοί
ισημεριών, τροπών, εποχών, χρόνου κ.τ.λ. στη Σύρο,
επιστημονικού κέντρου του Κυκλαδικού Πολιτισμού
Πρόσφατη έρευνα του Ε.Μ.Π. έδειξε, ότι αυτό, που εδώ και πολλές δεκαετίες χρησιμοποιούν οι χωρικοί για την άντληση νερού στην περιοχή Σα Μιχάλη της Σύρου, δεν είναι πηγάδι. Πρόκειται για τελειοτάτη πανάρχαια κατασκευή, ένα ηλιακό παρατηρητήριο, στο οποίο υπολογίζεται η φαινομένη κίνηση του Ήλιου καθ’ όλο το έτος, και σηματοδοτούνται με ακρίβεια οι εποχές, οι ισημερίες, οι τροπές κ.τ.λ. 
Το «Ηλιοτρόπιο του Φερεκύδη», όπως ονομάσθηκε (στο Σύρο φιλόσοφο αποδίδεται η κατασκευή ή η τελειοποίηση μέρους του έργου), αποτελεί έναν ακόμη κρίκο της μακράς «αλυσίδας» της αρχαίας συριανής επιστημονικής παράδοσης, όπως περιγράφεται σε μυθολογικές και ιστορικές πηγές και διασώζεται αποτυπωμένη σε βραχογραφίες, αλλά και στα κυκλαδικά ειδώλια, τα οποία δεν κατασκευάζονταν για λατρευτικούς ή διακοσμητικούς απλώς λόγους, όπως νομίζεται, αλλά ήταν ακριβέστατα φορητά επιστημονικά όργανα, που χρησιμοποιούνταν για τους ίδιους υπολογισμούς, όπως και το Ηλιοτρόπιο, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν ακόμη και σήμερα με άριστα αποτελέσματα.
Για να κατεβάσετε ολόκληρη την έρευνα πατήστε ΕΔΩ
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009
Το Αιγαίο και η πρώιμη αστρονομία
Από τα πλέον σημαντικά έργα της αρχαιότητας που περιέχει πληροφορίες για τους αστερισμούς είναι η «Σύνταξις» του Κλαυδίου Πτολεμαίου (περ. 127 - 151 μ.Χ.).
Ο Πτολεμαίος είχε βασιστεί στον κατάλογο των αστέρων που είχε συντάξει ο μεγάλος αστρονόμος της αρχαιότητας, ο Ιππαρχος από τη Νίκαια της Βιθυνίας (190 - 120 π.Χ.)
. Αυτός, αποκαλούμενος επίσης και Ρόδιος λόγω του ότι επί πολλά χρόνια στη Ρόδο είχε αντλήσει τις πληροφορίες του από την περιγραφή του ουρανού που είχε κάνει ο Εύδοξος από την Κνίδο (περ. 403 - 350 π.Χ.), τη γνωστή ως «Σφαίρα Ευδόξου».
Πανάρχαιες παρατηρήσεις που έφτασαν ώς αυτόν μέσω της προφορικής ποιητικής παράδοσης, μεταξύ των οποίων και η «Σφαίρα του Ευδόξου» κατέγραψε και διέσωσε ο Αλεξανδρινός ποιητής Αρατος (περ. 315 - 250 π.Χ.) στο έργο του με τίτλο «Τα Φαινόμενα».
Στο ποίημα του Αράτου οι θέσεις των άστρων είναι οι πραγματικές για μια συγκεκριμένη χρονολογία, δεδομένου ότι περιγράφονται σε σχέση με τους πόλους του ουρανού.
Οι παρατηρήσεις αναφέρονται στην ανατολή και τη δύση των άστρων, φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με τον ορίζοντα του παρατηρητή. Συνεπώς, οι παρατηρήσεις εξαρτώνται από το γεωγραφικό πλάτος, από το οποίο γίνονται, αλλά και από την εποχή του έτους. Εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά, ο αστρονόμος Michael W. Ovenden σε άρθρο του με τίτλο «Η καταγωγή των αστερισμών» («The Origin of the Constellations», The Philosophical Journal 3, 1967: 1 - 18) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παρατηρήσεις των άστρων, στις οποίες αναφέρεται ο Αρατος, πρέπει να έγιναν σε περιοχή με γεωγραφικό πλάτος της περιοχής 34° B. ± 4°. Υπολογίζοντας δε την τότε θέση των πόλων εκτίμησε τον χρόνο σχεδιασμού των αστερισμών γύρω στα 2600 π.Χ. ± 300, οπότε τους δόθηκαν και τα ονόματα, με τα οποία τους γνωρίζουμε σήμερα.
Με βάση δε την πληθώρα αναφορών του Αράτου σχετικά με τη συμβολή των άστρων στην παρακολούθηση των μετεωρολογικών φαινομένων και στη διευκόλυνση των ναυτιλλομένων, συνάγει ότι αρχικός στόχος της σχεδίασης των αστερισμών ήταν η συγκρότηση ενός απλού συστήματος ναυσιπλοΐας, «όντως ανακριβούς και πρωτόγονου, αλλά επαρκούς για κοντινά ταξίδια, όταν ο ναυτικός δεν χάνει για πολύ τη στεριά από τα μάτια του» και ότι ο σχεδιασμός του δεν προέκυψε από φανταστικές ομοιότητες «αστρικών σχηματισμών προς μυθολογικές μορφές, αλλά μάλλον σαν μια πρωτόγονη μορφή ουράνιων συντεταγμένων».
Με άλλα λόγια, η εξομοίωση αστερισμών με συγκεκριμένες μορφές δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μέσο εύκολης απομνημόνευσης και αναγνώρισής τους στον ουράνιο θόλο.
Εμπειροι ναυτικοί
Σύμφωνα με την υπόθεση του Ovenden, αυτοί που σχεδίασαν τους αστερισμούς θα πρέπει να ήσαν έμπειροι ναυτικοί. Λίγο πριν από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. οι λαοί που αναμφισβήτητα είχαν αναπτύξει μεγάλους πολιτισμούς και είχαν κατακτήσει αστρονομικές γνώσεις ήσαν οι Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι. Ωστόσο, τα πλοία των λαών αυτών ταξίδευαν πολύ νοτιότερα από το γεωγραφικό πλάτος των 36° Β και συνεπώς η εμφάνιση των αστερισμών στον ορίζοντα και η δύση τους δεν μπορεί να ήταν με την ακολουθία και τον χρόνο που περιγράφει ο Αρατος.
Αν και χωρίς ακόμη γραπτά μνημεία, λαός με ναυτική εμπειρία και παράδοση, όπως προκύπτει από τα αρχαιολογικά δεδομένα, και ο οποίος κατοικούσε κοντά στον 36ο παράλληλο ήσαν οι νησιώτες του Αιγαίου. Αυτοί, πάντα κατά τον Ovenden, πρέπει να συνέλαβαν την ιδέα να σχεδιάσουν τους αστερισμούς προκειμένου να διευκολύνονται στις θαλάσσιες μετακινήσεις τους κατά τη νύχτα.
Η παρατήρηση των φυσικών φαινομένων ασφαλώς δεν ξεκίνησε από δίψα για επιστημονική γνώση, αλλά μάλλον από ανάγκη αντιμετώπισης καθημερινών προβλημάτων. Σ’ ένα νησιωτικό περιβάλλον, όπου η επιβίωση του ανθρώπου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εκμετάλλευση της θάλασσας, η γνώση των μετεωρολογικών φαινομένων, των θαλάσσιων ρευμάτων ή της θέσης των αστερισμών αποτελούσε βασική προϋπόθεση για ασφαλείς θαλάσσιες μετακινήσεις.
Ειδικότερα στο νησιωτικό Αιγαίο που, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, η εκμετάλλευσή του ως θαλάσσιου δρόμου έχει αρχίσει τουλάχιστον από την 9η χιλιετία π.Χ., είναι αναμενόμενο οι συνεχείς παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων και των ουράνιων σωμάτων επί τουλάχιστον έξι χιλιάδες χρόνια να παγίωσαν ορισμένες αντιλήψεις. Συνεπώς, οι νησιωτικές κοινωνίες του Αιγαίου γύρω στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στην κωδικοποίηση των παρατηρήσεων, με την οποία τις πιστώνει ο Ovenden.
Η Αστυπάλαια
Οσο όμως κι αν παρατηρήσεις στον ουράνιο θόλο και σε ορίζοντα 360° από την κορυφή ψηλού βουνού σ’ ένα μικρό νησί ήταν δυνατές, δεν αρκούσαν για την χαρτογράφηση του ουρανού. Ηταν απαραίτητο το νησί αυτό να περιβάλλεται και από πολλές βραχονησίδες, με τις οποίες θα μπορούσε να συσχετιστεί η εκάστοτε θέση των αστερισμών στον ουράνιο θόλο. Η Αστυπάλαια είναι νησί που όντως συνδυάζει αυτά τα χαρακτηριστικά: βρίσκεται κοντά στον 36ο παράλληλο, διαθέτει ψηλό βουνό που επιτρέπει ορατότητα σε ορίζοντα 360°, περιβάλλεται από πολλές βραχονησίδες. Αυτήν, λοιπόν, προτείνει ο Ovenden ως τόπο της πρώιμης «χαρτογράφησης» των αστερισμών. Αναρωτιέται μάλιστα μήπως η λαϊκή ονομασία του νησιού, Αστροπαλιά, δεν προέκυψε από παραφθορά του Αστυπάλαια αλλά στην πραγματικότητα υποκρύπτει τη σχέση του με την πρώιμη αστρονομία στο Αιγαίο.
Είναι γεγονός ότι, παρά τον ορεινό χαρακτήρα του, το νησί με το σχετικά μεγάλο μέγεθός του, τις μικρές αλλά γόνιμες κοιλάδες του και την πλούσια σε ποικίλα αλιεύματα θάλασσά του μπορούσε να εξασφαλίσει αυτάρκεια στους λίγους και λιτοδίαιτους προϊστορικούς κατοίκους του. Από την άλλη μεριά η δαντελωτή ακτογραμμή του με πολλούς και βαθείς όρμους και η πληθώρα των νησίδων που το περιβάλλουν ακόμη και σήμερα αποτελούν εγγύηση ασφαλούς αγκυροβολίου για παραπλέοντα σκάφη. Είναι δε γεγονός, ότι σε πολλά από τα σημεία αυτά έχουν επισημανθεί αρχαιολογικά κατάλοιπα που ανάγονται ακόμη και στην 3η χιλιετία π.Χ. Κατά συνέπεια, τον ρόλο που ο αστρονόμος Ovenden αποδίδει στην Αστυπάλαια, δεν τον αποκλείουν τα αρχαιολογικά δεδομένα.
Του Χρ. Γ. Ντουμα από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 5 Ιουλίου
Ο Χρ. Γ. Ντούμας είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σάββατο 27 Ιουνίου 2009
Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες ή στα Μοναστήρια;
Τελικά η Ελλάδα απελευθερώθηκε το 1821 από τους Τούρκους αλλά μόνο κατά το ήμισυ!!!
Κατά τα άλλα θα αγωνίζεται ακόμα χρόνια για το υπόλοιπο μισό που το κατέχουν τα μοναστήρια. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές για τους απίθανους τίτλους που επικαλούνται χρυσόβουλα, φιρμάνια κλπ.
Μετά το Βατοπέδι έρχονται σήμερα οι δήθεν ιδιοκτησίες της μονής Μεγίστης Λαύρας που διεκδικεί τη μισή Σκύρο!!!!
Ζήτω η Ελλάς Ελλήνων μοναχών!!!
Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΑΒΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
την εποχή της δαιμονοποίησης
των Επιστημών από το Βυζαντινό Μεσαίωνα
Ένας Άραβας μελετητής, ο Al Tayyib, έγραφε τον ια΄ αι. μ.Χ.: «Οι τέχνες ανθούν και αναπτύσσονται με τον εξής τρόπο: Κάποιος πρωτοπόρος, αρχικός δημιουργός μεταβιβάζει σε έναν διάδοχο τον όσα εκείνος είχε πρώτα δημιουργήσει. Ο διάδοχος αυτός τα εξετάζει κριτικά και τους προσθέτει όσα περισσότερα μπορεί. Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρις ότου η τέχνη φτάσει τα όρια της τελειότητας».
Οι σκέψεις αυτές χαρακτηρίζουν μιαν άλλη από τη γνωστή «Αναγέννηση» της αρχαίας Ελληνικής σκέψης: την Αραβική. Εκείνη κατά την οποία, ιδιαίτερα την περίοδο των Αββασιδών χαλίφηδων (750-1.258 μ.Χ.), έγινε συστηματική συλλογή και μαζική Αραβική μετάφραση των αρχαίων Ελληνικών έργων, καθώς και μεθοδική μελέτη και συμπλήρωση των αρχαίων Ελληνικών και κυρίως των Ελληνιστικών τεχνικών επινοήσεων από μηχανικούς, όπως:
Πατήστε ΕΔΩ για τη συνέχεια
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009
ΟΤΑΝ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΑΠΟΚΟΠΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ...
Πως ο αδογμάτιστος στοχασμός
κατάντησε φλύαρη μεταφυσική
κι άνοιξε το δρόμο στο Χριστιανισμό
Oι φυσικοί Φιλόσοφοι θεωρούσαν ως επιστέγασμα των επινοήσεων, των θεωριών και των παρατηρήσεών τους τη διατύπωση φιλοσοφικών δοξασιών για γενικότερη ερμηνεία και κατανόηση του Κόσμου. Οι βάσεις όμως, όπου στηρίζονταν για τη διατύπωσή τους, ήταν οι έρευνες επί των φυσικών φαινομένων, για τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η άριστη γνώση των Μαθηματικών και των άλλων Θετικών Επιστημών. Όλοι ανεξαιρέτως οι Φυσικοί φιλόσοφοι εξ άλλου ήταν πρωτίστως πανεπιστήμονες.
Οι Φιλοσοφικές Σχολές από τον γ΄ αι. π.Χ. κι έπειτα όμως, με δεδομένες τις νέες πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες, που διαμορφώνονταν, επιχείρησαν κυρίως να επιλύσουν προβλήματα του κοινωνικού βίου εξοβελίζοντας τα Μαθηματικά, τα οποία θεωρούσαν άχρηστα. Αποκόπηκαν όμως έτσι από την κατανόηση της Φύσης, οπότε άρχισαν να εισάγουν σταδιακά στις θεωρίες τους στοιχεία μεταφυσικής.
Η Φιλοσοφία άρχισε να εκφυλίζεται κι οι –πλέον κατ’ όνομα– φιλόσοφοι αναλώνονταν σε φλυαρίες, ενώ στο τέλος κατέληξαν να ασχολούνται με το μυστικισμό κι έτσι άνοιξαν διάπλατο το δρόμο για τον τέλειο εκφυλισμό της με την τελική επικράτηση του Χριστιανισμού, οπότε η «Φιλοσοφία» κατάντησε θεραπαινίδα της Θεοκρατίας.
Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ
Κυριακή 7 Ιουνίου 2009
Ο ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ KΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ
Στο υπέρθυρο της Ακαδημίας υπήρχε η επιγραφή: «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μου την στέγην», δηλαδή δεν επιτρεπόταν να φοιτήσει κάποιος στην Ακαδημία, εάν δεν γνώριζε Γεωμετρία, τουτέστιν Μαθηματικά. Όταν κάποιος νέος εξέφρασε την επιθυμία να παρακολουθήσει μαθήματα στην Ακαδημία, ο Ξενοκράτης, ο οποίος υπήρξε μετά τον Πλάτωνα και το Σπεύσιππο διευθυντής της Ακαδημίας, τον ρώτησε, εάν γνωρίζει Γεωμετρία. Στην αρνητική απάντηση του είπε: «Πορεύου· λαβάς γαρ ουκ έχεις φιλοσοφίας», δηλαδή «πήγαινε, δεν έχεις την απαιτούμενη προπαίδεια, για να μάθεις Φιλοσοφία». (Διογένης, Λ. ΙV, 10.)
Για τη συνέχεια πατήστε ΕΔΩ
Τρίτη 2 Ιουνίου 2009
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ:Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ
Δημοσιεύουμε μια ενδιαφέρουσα έρευνα για τη Βυζαντινή μουσική και τη σχέση της με την Ελληνική.
Καμμία σχέση με την αρχαία Ελληνική Μουσική
Διάφοροι οπαδοί του Ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος στην προσπάθειά τους να «αποδείξουν», ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε δήθεν ομαλή και φυσική συνέχεια του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού υποστηρίζουν, ότι η Βυζαντινή μουσική αποτελεί εξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής μουσικής. Τούτο είναι τελείως ανακριβές· η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι η Εβραϊκή λειτουργική μουσική με μεταφρασμένους ή παραφρασμένους τους στίχους της στην Ελληνική. Ελάχιστες τυχόν ομοιότητες της Βυζαντινής με την Ελληνική μουσική δεν οφείλονται σε εξέλιξη της Βυζαντινής από την Ελληνική, αλλά σε -κατ’ ανάγκην- αντιγραφές και δάνεια είτε της Βυζαντινής απ’ ευθείας, είτε της Εβραϊκής -απ’ όπου προέρχεται η Βυζαντινή- από την κατά πολύ αρχαιότερη, τεχνικότερη, επιστημονική και πλούσια αρχαία Ελληνική μουσική παράδοση.
Η Μουσική Επιστήμη στην αρχαία Ελλάδα
Χαρακτηριστικά της αρχαίας Ελληνικής μουσικής είναι ο πλούτος των μέτρων, των τρόπων (κλιμάκων ή αρμονιών) και η ποικιλία των μουσικών οργάνων. Από τα έγχορδα ξεχωρίζουν η διονυσιακή βάρβιτος, η τετράχορδη ομηρική φόρμιγξ, η επτάχορδη απολλώνια λύρα, η κιθάρα, η πανδουρίς και η πολύχορδη άρπα. Από τα πνευστά το κέρας, ο διπλός αυλός, η σάλπιγξ και η επτακάλαμος σύριγξ. Στα κρουστά καταλέγονται τα κύμβαλα, το σείστρο, ο απλός και σύνθετος κώδων, τα κρόταλα και το τύμπανο. Οι τρόποι που χρησιμοποιούνταν κυρίως ήταν οι: δώριος, φρύγιος, λυδικός, μιξολυδικός, αιολικός υποδώριος, ιωνικός υποφρυγικός και υπολυδικός. Πλέον αυτών χρησιμοποιούνταν και συνδυασμοί τους, όπως ο λυδικός-αιολικός, ο μικτός φρυγικός-λυδικός και πολλοί άλλοι.
oι Μυτιληναίοι, λέγει ο Αιλιανός («Ποικίλη Ιστορία», Ζ΄6), όταν έγιναν θαλασσοκράτορες, εις όσους επαναστατούσαν επέβαλλαν ως τιμωρία να μήν διδάσκονται τα παιδιά τους μουσική, «επειδή θεώρησαν, ότι απ’ όλες τις τιμωρίες η βαρυτέρα είναι να ζει κανείς χωρίς μουσική». Η μουσική αποτελούσε το βασικότατο μάθημα στην εκπαίδευση όλων των αρχαιοελληνικών πόλεων – κρατών, ο δε Πλάτων και άλλοι κορυφαίοι φιλόσοφοι αφιερώνουν πολλές σελίδες των έργων τους, για να καταδείξουν την τεράστια επίδραση της μουσικής στη διαμόρφωση της νοημοσύνης, του ψυχισμού και γενικώς του χαρακτήρα του ανθρώπου. Όλοι οι μεγάλοι Έλληνες διανοητές γνώριζαν τη μουσική. Η μουσική ήταν κλάδος των μαθηματικών· η Αρμονική, όπως ονομαζόταν, αναζητούσε μουσικούς «τρόπους» και μουσικούς «νόμους» για την ηχητική έκφραση της αρμονίας του Σύμπαντος από την Τέχνη. Μέθοδοι μουσικοθεραπείας εφαρμόζονταν στα Ασκληπιεία και Αμφιαράεια.
Η μελωδία απαιτεί μια μόνη μουσική γραμμή, η οποία τραγουδιέται απ’ όλους μαζί ομόφωνα και ομότονα, είναι δηλαδή μονοφωνική. Αντίθετα η αρμονία απαιτεί πολλές μουσικές γραμμές, οι οποίες συνηχούνται (ακούγονται ταυτόχρονα) από δύο φωνές (διφωνία) ή από τρείς (τριφωνία) κ.ο.κ. είναι δηλαδή πολυφωνική. Η Εβραϊκή και η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι μονοφωνικές ενώ η κλασσική Ευρωπαϊκή πολυφωνική. Στις εικονιζόμενες παραστάσεις φαίνεται, ότι και οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν -αντίθετα με ότι διδάσκεται- την πολυφωνία. Στην αριστερή αγγειογραφία του στ΄ αιώνα π.Χ. εικονίζονται αυλητής και αοιδός. Στην δεξιά αγγειογραφία του ε΄ αι. π.Χ. εικονίζεται ομάδα μουσικών με τρία όργανα (από αριστερά προς τα δεξιά: ζεύγος αυλών, άρπα και λύρα). Σε πολλές παραστάσεις αρχαίων αγγείων με έγχορδα (κιθάρα, λύρα κ.τ.λ.) εικονίζονται οι μουσικοί να κτυπούν με τα δάκτυλα του αριστερού χεριού τις χορδές και με το δεξί χέρι να τις κτυπούν συγχρόνως όλες (συνήχηση φθόγγων).
Η Μουσική θεραπαινίδα της Θεοκρατίας
Στους Εβραίους η αντίληψη για τη μουσική ήταν τελείως διαφορετική, καθ’ ότι συνδεδεμένη με τα εξ αποκαλύψεως προστάγματα του Θεού (Γιαχβέ), προέκυψε κατ’ εντολήν αυτού προς τον Μωυσή, προκειμένου να τον δοξάζουν οι υιοί του Ισραήλ: «Και νυν γράψατε τα ρήματα της ωδής ταύτης και διδάξατε αυτήν εις τους υιούς Ισραήλ και εμβαλείτε συτήν εις το στόμα αυτών, ίνα γένηταί μοι η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα εν υιοίς Ισραήλ». («Δευτερονόμιον», λα΄ 19). Ο Μωυσής είναι ο -κατ’ εντολήν Γιαχβέ- πρώτος ρυθμιστής και οργανωτής της λατρείας δια της μουσικής («Αριθμοί», ι΄ 1-10). Δεύτερος θεωρείται ο Δαβίδ, ο οποίος, με την εισαγωγή του θεσμού των ψαλτωδών, την ποίηση των ψαλμών και τη χρήση μουσικών οργάνων ποίκιλε -σύμφωνα με την Εβραϊκή παράδοση- τη λατρεία: «Έταξε κατά πρόσωπον της κιβωτού διαθήκης Κυρίου εκ των Λευιτών λειτουργούντας, αναφωνούντας και εξομολογείσθαι και αινείν Κύριον τον Θεόν Ισραήλ· Ασάφ ο ηγούμενος και δευτερεύων αυτού Ζαχαρίας, έπειτα Ιεϊήλ και Σεμιραμώθ και Ιεχιήλ και Ματαθίαν και Ελιάβ και Βεναϊάν και Ωβήδ-Εδώμ». («Α΄ Παραλειπομένων», ιστ΄ 4-6).
Στην «Παλαιά Διαθήκη» διακρίνονται τα εξής υμνητικά είδη:
· Οι ωδές, οι οποίες είναι πολλές, αλλά στη χριστιανική λατρεία χρησιμοποιούνται οκτώ απ’ αυτές. (Δύο, που αποδίδονται στον Μωυσή, μία της προφήτισσας Άννας, του Αββακούμ, του Ησαΐα, του Ιωνά, του Αζαρία και μία των τριών Εβραίων παίδων).
· Οι ψαλμοί, οι οποίοι αποδίδονται κυρίως στον Δαβίδ, ψάλλονταν από τους ιερείς, ενώ οι πιστοί συνήθως συμμετείχαν επαναλαμβάνοντας τις καταλήξεις των στίχων. Οι ψαλμοί αναλόγως του περιεχομένου διαιρούνται σε δοξολογικούς, παρακλήσεως, ευχαριστίας, βασιλικούς, υμνητικούς (της Σιών), διδακτικούς κι εορταστικούς.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας κι άλλοι χριστιανοί απολογητές εκθειάζουν την αξία των ψαλμών και υπογραμμίζουν την καθοδήγηση των ψαλμωδών από το Θεό μέσω του Αγίου Πνεύματος. [«Επειδή γαρ είδε το Πνεύμα το Άγιον δυσάγωγον προς αρετήν το γένος των ανθρώπων και δια το προς ηδονήν επιρρεπές του ορθού βίου καταμελούντας ημάς, τι ποιεί; Το της μελωδίας τερπνόν τοις δόγμασιν εγκατέμιξεν, ίνα τω προσηνεί και λείω της ακοής το εκ των λόγων ωφέλιμον λανθανόντως υποδεξώμεθα». (Μ. Βασιλείου, «Εις τον Α΄ ψαλμόν», ΒΕΠΕΣ 52, 1121-26. PG 29, 212 B). Το Άγιον Πνεύμα «πάντας φωτίζει προς την του Θεού κατανόησιν, εμπνεί τοις προφήταις». (Μ. Βασιλείου, «Περί πίστεως»,3.ΒΕΠΕΣ 54,15437-38. ΡG 31,469C). «Δια τούτο τους ψαλμούς ημίν ήσεν ο μακάριος εκείνος (ο Δαβίδ), μάλλον δε η του Πνεύματος χάρις». (Ι Χρυσοστόμου, «Ομιλία εις τον ΜΑ΄ψαλμόν 5.PG 55,163). «Ηνίκα τοίνυν εσκίρτα το Πνεύμα επι τινα των αρχόντων των ψαλτωδών, οι λοιποί ησυχίαν ήγον παρεστώτες και υπακούοντες συμφώνως το ψάλλοντι, “Aλληλούια”». (Ευσεβίου Καισαρείας, «Ερμηνεία εις τους ψαλμούς», ΒΕΠΕΣ 21,1631-34(PG 23,73B).]
Η κεντρική λειτουργική θέση των ψαλμών στην «Παλαιά Διαθήκη» διατηρήθηκε αναλλοίωτη και στη χριστιανική λατρεία. «Πάντες γαρ αυτόν (τον Δαβίδ) αντί μύρου δια στόματος φέρομεν. Εν Εκκλησία παννυχίδες και πρώτος και μέσος και τελευταίος ο Δαβίδ (δηλαδή οι ψαλμοί του)· εν τοις σκηνώμασι των νεκρών προπομπαί και πρώτος και τελευταίος ο Δαβίδ· εν ταις οικίαις των παρθένων ιστουργίαι, και πρώτος και μέσος και τελευταίος ο Δαβίδ». (Ι. Χρυσοστόμου, «Περί μετανοίας και ανάγνωσμα του Δαβίδ περί της του Ουρίου», PG 64,12).
· Οι ύμνοι· όρος διάχυτος στα κείμενα της «Παλαιάς Διαθήκης» με ασαφή συχνά όρια με τις ωδές και τους ψαλμούς. Η συγγραφή και η εκτέλεση των ύμνων είχε ανατεθεί σε ειδική τάξη του λαού και του ιερατείου: στους προφήτες με τις ομάδες των ψαλμωδών και στο ιερατείο των Λευιτών («Α΄ Παραλειπομένων», ιστ΄ 4-6, «Αριθμοί», α΄ 47-54).
Στο «Ψαλτήριον» περιέχονται πολλοί ανθελληνικοί ψαλμοί, που ψάλλουν οι ιερείς στους ναούς της σημερινής Ελλάδας. Στις φωτογραφίες εικονίζονται το εξώφυλλό του και η πρώτη σελίδα του. (Διαβάστε και κατεβάστε δωρεάν: «Τα υβριστικά κατά των Ελλήνων επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας».)
Νομαδικοί λαοί δεν ήταν σε θέση να αναπτύξουν τη Μουσική Επιστήμη, ούτε καν η μουσική σημειογραφία δεν είχε αναπτυχθεί, ένα είδος της οποίας -τη νευματική γραφή- χρησιμοποίησαν οι Εβραίοι μετά τον 9° αιώνα μ.Χ..
Αυτό, που βασικά ξεχωρίζει τη Σημιτική από την Ευρωπαϊκή μουσική είναι η ιδιαίτερη προτίμησή της πρός το χρωματικό στοιχείο. Χρωματικές κλίμακες λέγονται αυτές που χρησιμοποιούν πολλά χρωματικά ημιτόνια, δηλαδή τα ημιτόνια εκείνα που σχηματίζονται μεταξύ ομωνύμων φθόγγων, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά σημείο αλλοίωσης (π.χ. ντο - ντο #). Με απλά λόγια το χρωματικό ύφος παράγεται όταν παίζονται εναλλάξ άσπρο-μαύρο τα πλήκτρα στο πιάνο.
Η ανάπτυξη της Εβραϊκής λειτουργικής μουσικής στηρίχθηκε στη χρησιμοποίηση ενός μέρους των αρχαίων Ελληνικών κλιμάκων και κυρίως του Δώριου τρόπου. Η Ιουδαϊκή θρησκεία είχε κατ’ αρχήν επιτρέψει στους Εβραίους τη χρήση μουσικών οργάνων στη λατρεία, όταν όμως οι λατρευτικές αυτές υποχωρήσεις δεν έφεραν τους αναμενόμενους καρπούς, όπως διευκρινίζει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος («Εισαγωγή εις τον ΡΛS΄ ψαλμό», PG 55,405), το Εβραϊκό ιερατείο εφάρμοσε την αποδοτική μέθοδο της στέρησης. Η βαβυλώνειος αιχμαλωσία στέρησε από τους Εβραίους τις λατρευτικές τους δυνατότητες. Τα μουσικά όργανα του ναού παρέμεναν κρεμασμένα στις ιτιές των ποταμών Βαβυλώνος («Ψαλμός ΡΛΖ΄», 2) και φούντωναν τη νοσταλγία της λατρείας στο ναό του Σολομώντος, αφού στον ξένο τόπο ήταν απαγορευμένη η χρήση των ψαλμωδιών και των οργάνων του ναού. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα πάντα με τις Εβραϊκές-χριστιανικές πηγές, η λατρευτική εβραϊκή μουσική -από τη βαβυλώνειο αιχμαλωσία και μετά- ήταν ανόργανη.
Τα λόγια και τα νοήματα της Βυζαντινής μουσικής είναι διαποτισμένα από έντονη ανθελληνικότητα κι εξυμνούν την «μωρίαν» και την «πλάνην» των Ελλήνων. Επί πλέον, αρκετά χριστιανικά έθιμα έχουν Εβραϊκή προέλευση. Τα Ελληνόπουλα κάθε χρόνο την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων λέγοντας τα κάλαντα υμνολογούν Εβραϊκά χωριά, τόπους κ.λ.π. («εν Βηθλεέμ τη πόλει», «κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό» κ.τ.λ.) χρησιμοποιώντας το τρίγωνο, παραδοσιακό Εβραϊκό μουσικό όργανο. (Παραπλεύρως εικονίζεται το παραδοσιακό εβραϊκό τρίγωνο. Πηγή: Κάρλ Νέφ, "Ιστορία της μουσικής").
Η Εβραϊκή «Βυζαντινή» Μουσική
Την ίδια ώρα που ο μεσσιανισμός των Ιουδαίων ξεψυχούσε με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, στη Ρώμη, ο οικουμενικός – ιδεαλιστικός μεσσιανισμός διά του χριστιανισμού έμπαινε στο προσκήνιο της ιστορίας, «ίνα νικών νικήση». Ο χριστιανισμός διαδίδονταν από Εβραίους σε Εβραίους μέσω των συναγωγών της διασποράς (βλ. «Πράξεις»). Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες αποτελούνταν από Ιουδαίους («Πράξεις», κα΄ 21).
Οι τέσσερις πρώτοι αιώνες -ως την κτίση της Κωνσταντινούπολης- οριοθετούν την πρώτη περίοδο για τη χριστιανική λατρευτική μουσική. Οι χριστιανοί της πρωτοχριστιανικής περιόδου περιόδου συνέχισαν να έχουν λατρευτική επαφή με τη συναγωγή. Έτσι διαμορφώθηκε ο τύπος της χριστιανικής λατρείας, επάνω στους παραδοσιακούς θεσμούς της συναγωγής. Ο νόμος, οι προφήτες, οι ψαλμοί, οι βιβλικές ωδές και οι ύμνοι ήταν τα κύρια και ουσιώδη στοιχεία της εξελισσόμενης χριστιανικής λατρείας.
Η δημιουργία κι η εξέλιξη της Βυζαντινής μουσικής έχει άμεση σχέση με τη δημιουργία κι εξέλιξη του χριστιανισμού, ο οποίος αναπτύχθηκε και εκτράφηκε στο άμεσο υπέδαφος του Ιουδαϊσμού κι όχι του Ελληνισμού. Οι ύμνοι και οι ψαλμοί, που χρησιμοποίησαν τους πρώτους αιώνες οι χριστιανοί για τις λειτουργικές τους ανάγκες ήταν παρμένοι από την εβραϊκή θρησκευτική μουσική· το βιβλίο των ψαλμών του Δαβίδ και η ψαλμωδία χρησίμευσαν ως πρότυπα της ακολουθίας. Η πρωτοχριστιανική εκκλησία δεν είχε λόγο να αναπτύξη ούτε νέα λειτουργική γραμματεία, ούτε νέα λειτουργική υμνογραφία.
Οι πρώτοι εκκλησιαστικοί ύμνοι ψάλλονταν συνήθως απ' όλους μαζί. Υπήρχε όμως κι ένας άλλος τρόπος, ο καθ' υπακοήν, όπου τον ύμνο τον έψελνε ένας ψάλτης, ενώ το πλήθος τραγουδούσε μαζί του μόνο το τέλος, τα ακροτελεύτια, όπως λέγονταν. Η μουσική αυτή ήταν βέβαια μονοφωνική και -κατά την Εβραϊκή παράδοση- δεν χρησιμοποιούσε καθόλου μουσικά όργανα, δείχνοντας έτσι παράλληλα και την αντίθεση της στην ενόργανη Ελληνική μουσική. Η χρήση της οργανικής μουσικής στη λατρεία απαγορεύτηκε και με αποστολικές διατάξεις, ενώ σφοδρή πολεμική τής έκαναν κι οι Πατέρες της Εκκλησίας με προεξάρχοντα τον Ιωάννη Χρυσόστομο.«Σιωωών»... (Από τη λειτουργία).
Πολλοί από τους ύμνους των πρώτων αιώνων, δηλαδή οι Εβραϊκής εκκλησιαστικής μουσικής ύμνοι διατηρήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, έφτασαν ατόφυοι ως τις μέρες μας και ψάλλονται ακόμη και σήμερα στους χριστιανικούς ναούς. Σε διάφορα χριστιανικά βιβλία, όπως στο επίσημο βιβλίο του Ο.Ε.Δ.Β. «Η μουσική μέσα από την ιστορία της» της Β΄ Γυμνασίου έχουν καταγραφεί αναλυτικά οι ύμνοι αυτοί, οι οποίοι είναι:
Οι ψαλμοί του Δαβίδ στην αρχή κάθε ακολουθίας.
Ο «εσπερινός ύμνος» του πρεσβύτερου Συμεών («νυν απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα.»).
Η εωθινή δοξολογία («Δόξα εν υψίστοις Θεώ»).
Το ευκτήριο άσμα «Κύριε ελέησον», που εκφωνούσαν οι πιστοί κατά τις «αιτήσεις» του διακόνου στη θεία λειτουργία.
Ο «επινίκιος ύμνος» («Άγιος, άγιος άγιος Κύριος Σαβαώθ») που περιέχεται, σύμφωνα με τις αποστολικές διατάξεις, μεταξύ των ασμάτων της λειτουργίας.
Το αινετικό άσμα: «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν Κύριε».
Η ευχαριστήριος ωδή: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι», πριν και μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου.
Ο «εισοδικός ύμνος» («Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ»).
Ο «επιλύχνιος ύμνος» («Φως ιλαρόν»).
Το «σιγησάτω πάσα σαρξ», που αρχικά ψαλλόταν στη θεία λειτουργία του αδελφόθεου Ιάκωβου· αντικαταστάθηκε αργότερα από τον «χειρουβικό ύμνο» και σήμερα ψάλλεται το Μεγάλο Σάββατο.
Το «Αλληλούια» (Εβραϊκή λέξη, που σημαίνει «δόξα στον Γιαχβέ». Εβραϊκή επίσης λέξη είναι και το «Αμήν», το οποίο σημαίνει «ας γίνει» κι επαναλαμβάνεται πολλές φορές κατά την Εβραϊκή λειτουργία στις συναγωγές, όπως ακριβώς και κατά την χριστιανική λειτουργία στους ναούς).
Η μικρή δοξολογία: «Δόξα πατρί και υιώ και αγίω πνεύματι».
Πέραν αυτών, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφερόμενος στην «Ωδή των τριών Εβραίων παίδων» βεβαιώνει την ύπαρξή της στη λειτουργική ζωή της εκκλησίας και την πίστη του, ότι η ωδή θα άδεται και στο μέλλον σε όλη την οικουμένη («Ότι τον εαυτόν μή αδικούντα», παρ. 16, ΕΠΕ 31,55618, PG 52,477). Η ωδή αυτή ψάλλεται στις μέρες μας στον εσπερινό του Μ. Σαββάτου αποδεικνύοντας έτσι για μια ακόμη φορά τη διαχρονική παρουσία του Εβραϊκού πνεύματος στο Χριστιανισμό.
Ο Μ. Αθανάσιος στη δ΄ εορταστική επιστολή του αναφέρει, ότι το Μ. Σάββατο στη λειτουργία περιλαμβάνονταν οι περικοπές από την «Έξοδο» ιγ΄ 20, ιδ΄ 32 και ιε΄ 1-19). Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων στην ιη΄ κατηχητική ομιλία του αναφέρει για την ίδια μέρα την περικοπή «Ησαΐα», ξ΄ 1-16.
Ο διωγμός της Ελληνικής Μουσικής στο Βυζάντιο
Με πρόφαση τον αγώνα κατά της ειδωλολατρίας ο χριστιανισμός χρησιμοποιήθηκε ως κίνημα κατά της Ελληνικής Τέχνης και του Πολιτισμού, της Γλυπτικής, της Αρχιτεκτονικής, της Φιλοσοφίας κ.λ.π.. Με την πάροδο του χρόνου οι οπαδοί του νέου δόγματος «δεν ηρκούντο να απαιτώσι την ελευθερίαν της συνειδήσεως, αλλ’ εξ υπερβολής ζήλου προανήγγελλον εις τους ετεροδόξους την προσεχή των ειδώλων καταστροφήν, τα οποία και παρόντων εκείνων πολυειδώς περιεφρόνουν και εξηυτέλιζον». (Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία Ελλ. Έθνους, βιβλίο ένατο, σελ. 26, εκδόσεις «Γαλαξίας»).Ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της προσπάθειας των Ελλήνων για συνέχιση της παράδοσής τους -παρά τις διώξεις που υφίσταντο από τους χριστιανούς- είναι η διατήρηση του ομηρικού ρυθμού στο σημερινό ρυθμό του συρτού καλαματιανού (7/8). Η αρχαία Ελληνική μουσική υπάρχει ζωντανή στη νεοελληνική δημοτική κι όχι στην ανθελληνική εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική. (Πηγή: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», «Εκδοτική Αθηνών»).
Η μουσική που καλλιεργήθηκε τους βυζαντινούς χρόνους ήταν δύο ειδών: η εκκλησιαστική κι η κοσμική. Την Βυζαντινή θρησκευτική μουσική ανέπτυξε και καλλιεργούσε η πολιτικοθρησκευτική εξουσία με τους πληβείους της.
Σαφώς και υπήρχε όμως παράλληλα και Ελληνική μουσική, η οποία ήταν το δημοτικό λεγόμενο τραγούδι, το οποίο συνέχιζε και καλλιεργούσε ο λαός. Τον Διόνυσο λάτρευε στα κατάβαθα της ψυχής του ο λαός, οι «παγανιστές». Οι πολιτικοθρησκευτικές εξουσίες και τα όργανά τους λάτρευαν –και λατρεύουν- τον Γιαχβέ. Γι’ αυτό και οι πρώτοι διατήρησαν άθικτη την Ελληνική μουσική, ενώ οι δεύτεροι συνέχισαν την εβραϊκή μουσική παράδοση της γιαχβεδολατρείας. Ο προστάτης της Παιδείας του σύγχρονου κράτους των ρωμιών, Ιωάννης Χρυσόστομος και οι άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας κήρυξαν διωγμό κατά της Ελληνικής μουσικής. Ζητούσαν από τους χριστιανούς να ξεγράψουν οριστικά κάθε λαϊκό τραγούδι τους. Οι αγωγιάτες να μην τραγουδούν πάνω στο κάρο τους ούτε οι κοπέλες στον αργαλειό τους ούτε οι μανάδες νανουρίζοντας τα παιδιά τους.
Τα λείψανα αυτά της αρχαίας Ελληνικής ζωής έπρεπε να τα αντικαταστήσουν με ψαλμούς από την Παλαιά Διαθήκη. Τι περιείχε όμως η Παλαιά Διαθήκη; «Και εξεγειρώ τα τέκνα σου, Σιών, επί των τέκνων των Ελλήνων και ψηλαφήσω σε ως ρομφαία μαχητού. Και Κύριος έσται επ’ αυτούς και εξελεύσεται ως αστραπή βολής» («Ζαχαρίας, θ΄ 13-15). Η περικοπή αυτή ψάλλεται ακόμη και σήμερα στους χριστιανικούς ναούς της Ελλάδος, ειδικά την Μ. Εβδομάδα. (Βλ. «Εβραϊκό Πεσάχ - Χριστιανικό Πάσχα».)
Η Ελληνική μουσική καταδιώχθηκε και με αποφάσεις οικουμενικών συνόδων:
«Ότι ου δεί χριστιανούς εις γάμους απερχομένους βαλλίζειν ή ορχείσθαι, αλλά σεμνώς δειπνείν ή αριστάν, ως πρέπει χριστιανοίς». (53ος κανών της εν Λαοδικεία ιεράς συνόδου, 364 μ.Χ.).
«Ότι ου δεί ιερατικούς ή κληρικούς, αλλ’ ουδέ λαϊκούς, εκ συμβολής συμπόσια επιτελείν». (55ος κανών της ίδιας συνόδου).
Εκτός από τους ψαλμούς και τις βιβλικές ωδές, αφού ο χριστιανισμός έγινε τον δ΄ αι. μ.Χ. επίσημη θρησκεία, άρχισαν να δημιουργούνται νέοι ύμνοι, πάντα όμως στο ίδιο πνεύμα (στίχων - μουσικής). Οι σπουδαιότεροι υμνογράφοι τον δ΄ και ε΄ αιώνα είναι οι τρείς ιεράρχες, ο Εφραίμ ο Σύρος, ο Μ. Αθανάσιος, ο Κύριλλος Ιεροσολύμων κ.ά.. Από τον στ΄ έως τον ι΄ αιώνα η Βυζαντινή λειτουργική μουσική γνωρίζει την μεγάλη της ακμή, σταθερά προσανατολισμένη πάντα στις αρχέγονες Εβραϊκές της ρίζες. Όλη η χριστιανική υμνογραφία διακρίνεται για το ανθελληνικό της πνεύμα:
Τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού πλημμυρίζουν από ανθελληνικό μένος. Στον ύμνο «εις Πεντηκοστήν», που επίσης ψάλλεται στους ελληνορθόδοξους ναούς ακόμα και σήμερα αναφέρεται: «Τι φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες; Τι φαντάζονται προς Άρατον τον τρισκατάρατον; Τι πλανώνται προς Πλάτωνα; Τι Δημοσθένην στέργουσιν τον ασθενή; Τι μη νοούσιν Όμηρον, όνειρον αργόν; Τι Πυθαγόραν θρυλλούσι τον δικαίως φιμωθέντα;» (οικ. ιζ΄).
«Χαίρε η των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα. Χαίρε η φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα». («Ακάθιστος Ύμνος»). (Βλ. «Τα υβριστικά κατά των Ελλήνων επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας»). http://freeinquiry.gr/webfiles/prod.php?id=21
Ο καλύτερος τρόπος για να αντιληφθεί ο αναγνώστης, ότι η Εβραϊκή και η Βυζαντινή μουσική είναι ακριβώς ίδιες με μόνη διαφορά τη γλώσσα είναι να ακούσει Εβραϊκή λειτουργία σε συναγωγή ή Εβραϊκή λειτουργική μουσική σε μουσική βιβλιοθήκη Εβραϊκού Μουσείου ή από σχετικό δίσκο. Άλλος τρόπος είναι μέσω Διαδικτύου, όπου υπάρχουν αρκετές ιστοσελίδες –κυρίως στην Αγγλική γλώσσα- από τις οποίες «κατεβαίνουν» εύκολα σχετικοί ύμνοι. Ένα δείγμα αυθεντικής Εβραϊκής λειτουργικής μουσικής μπορείτε να ακούσετε πατώντας το βελάκι στην παραπάνω εικόνα.
Μεγάλη μορφή της Βυζαντινής μουσικής θεωρείται ο Ιωάννης Δαμασκηνός (676-756 μ.Χ.), θεολόγος και υμνογράφος, ο οποίος προέρχεται από τη μονή αγίου Σάββα της Βηθλεέμ. Το σπουδαιότερο έργο του είναι η «Οκτώηχος», που τον απασχόλησε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του. Στην «Οκτώηχο» περιέλαβε και ταξινόμησε όλα τα λειτουργικά μέλη, που ήταν σύμφωνα με τα χριστιανικά δόγματα και το αυστηρό πνεύμα της Βυζαντινής μουσικής, ενώ απέκλεισε όσα θύμιζαν έστω και λίγο την αρχαία Ελληνική μουσική.
Το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο των βυζαντινών δεν τους επέτρεπε να ελπίζουν, ότι θα ήσαν σε θέση να δημιουργήσουν δική τους μουσική, ούτε είχαν λόγο άλλωστε· η απλή Εβραϊκή εκκλησιαστική μουσική, που παρέλαβαν και συνέχισαν ήταν ό,τι ακριβώς χρειάζονταν, τόσο από πλευράς δογματικής, όσο και από τεχνικής. Τις περισσότερες από τις κλίμακες, που χρησιμοποίησαν, τις είχε ήδη «δανεισθεί» παλαιότερα η Εβραϊκή από την Ελληνική μουσική. Δικές τους κλίμακες οι βυζαντινοί δέν δημιούργησαν, απλά χρησιμοποίησαν ορισμένες από τις Ελληνικές -αυτές που βρήκαν- όχι όμως από αγάπη προς τον Ελληνικό Πολιτισμό, όπως διατείνονται οι ελληνορθόδοξοι προπαγανδιστές, ο οποίος εξ άλλου βρισκόταν υπό διωγμό, αλλά εξ ανάγκης.Οι χριστιανοί υμνογράφοι στη χιλιόχρονη Bυζαντινή Iστορία δεν δημιούργησαν κάτι νέο στη μουσική· πήραν ό,τι βρήκαν έτοιμο από την αρχαία Ελληνική. Η απέχθειά τους όμως, για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό ήταν τόση, ώστε, ενώ πήραν τις νότες ατόφυες μαζί με την παρασήμανσή τους, τους αλλοίωσαν τα ονόματα προσθέτοντας ένα ή δύο γράμματα πρίν ή μετά. Έτσι, ο μητροπολίτης Χρύσανθος καθιέρωσε τον ιθ΄ αι. μ.Χ. την μετατροπή του Α σε ΠΑ, του Β σε ΒΟΥ κ.τ.λ..
Oι βυζαντινοί άλλαξαν τις ονομασίες στις κλίμακες. Έτσι ο Δώριος τρόπος μετονομάστηκε σε ήχο πρώτο, ο Λύδιος σε ήχο δεύτερο, ο Φρύγιος σε ήχο τρίτο, ο Μιξολύδιος σε ήχο τέταρτο, ο Υποδώριος ή Παλαιός Αιολικός σε ήχο πλάγιο του πρώτου, ο Υπολύδιος σε ήχο πλάγιο του δευτέρου, ο Ιωνικός (Υποφρύγιος) σε ήχο βαρύ. Τους πολλούς άλλους ακόμα τρόπους, που χρησιμοποιούνταν στην Ελληνική μουσική τους απέρριψαν, όπως τους είχε απορρίψει ήδη και η Εβραϊκή μουσική ως μη αρμόζοντες στα «σεμνά» και «ιερά» αισθήματα.
Η αρχαία Ελληνική μουσική με πολυμορφία ειδών (παιάνες, διθυράμβους, νόμους, εγκώμια κ.λ.π.) ήταν πολυφωνική, διέθετε πλήθος οργάνων, με ποικιλία ρυθμών και κλιμάκων και μπορούσε να συνοδευτεί από χορό. Δεν νοείται Ελληνική μουσική χωρίς ρυθμό και χορό. Η Εβραϊκή και η Βυζαντινή εκκλησιαστικές μουσικές, που προέκυψαν εξ αποκαλύψεως κατ’ εντολή του Γιαχβέ και για χάρη του είναι μονοφωνικές, ανόργανες, χρησιμοποιούν πολύ λιγότερες κλίμακες κι είναι κατ’ εξοχήν αχόρευτες. Λόγω του φόβου της υποκίνησης του «ορχηστρικού ενστίκτου» του ποιμνίου εφαρμόστηκε η λύση του λεγόμενου «ίσου». Αυτός που κρατάει το «ίσο» έχει δεύτερο ρόλο, συνοδεύει την κύρια φωνή και ψάλλει συνήθως μιά οκτάβα χαμηλότερα κρατώντας επίμονα (ίσα) τον φθόγγο, που αποτελεί τη βάση του ήχου. Ο μόνος χορός, που κράτησαν οι Βυζαντινοί είναι ο χορός του Ησαΐα, ο οποίος μόνον χορός δεν είναι· πρόκειται για παραλλαγή του Εβραϊκού εθίμου της περιφοράς της νύφης γύρο από τον γαμπρό κατά τη διάρκεια της τελετής του Εβραϊκού γάμου.
* * *
Κληρονόμος της αρχαίας Ελληνικής μουσικής δέν είναι η μονότονη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, αλλά το με πλήθος ρυθμών κι οργάνων δημοτικό τραγούδι. Όση σχέση έχει το «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» του ιουδαιοχριστιανισμού με το «αρχή βλακείας φόβος θεού» του Επίκουρου, τόση σχέση έχει κι η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική με την αρχαιοελληνική. Οι ρίζες του συνόλου της χριστιανικής παράδοσης -κι όχι μόνον της Βυζαντινής μουσικής- στην Ιουδαία πρέπει να αναζητηθούν κι όχι στην Ελλάδα.
Γιάννης Λάζαρης
(Ερασιτέχνης μπασίστας)
http://freeinquiry.gr/webfiles/pro.php?id=694
Πέμπτη 28 Μαΐου 2009
H ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΩΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Στα θέματα της θρησκείας το Ελληνικό Σύνταγμα, συγκρινόμενο με τα περισσότερα Ευρωπαϊκά αλλά και το Αμερικανικό, μοιάζει μεσαιωνικό κείμενο. Είναι το μοναδικό Σύνταγμα, το προοίμιο του οποίου αναφέρεται σε θρησκευτικά σύμβολα. Συνακόλουθα είμαστε η μόνη χώρα του Δυτικού Κόσμου, που έχουμε συνυφάνει δημόσιες τελετές, εθνικές επετείους και πάσης φύσεως πολιτισμικές, πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις με θρησκευτικές επετείους και λειτουργίες.
Είμαστε από τις τελευταίες Eυρωπαϊκές χώρες, που καθιερώσαμε τον πολιτικό γάμο, απαλείψαμε το θρήσκευμα από τις ταυτότητες, διδάσκουμε Θρησκευτικά στα σχολεία, θα καθιερώσουμε επί τέλους την αποτέφρωση των νεκρών και πολλά άλλα, τα οποία, συνδυαζόμενα με την τελευταία θέση που κατέχουμε στην Παιδεία, την Βιομηχανία, την Έρευνα, την Τεχνολογία και το κατά κεφαλήν εισόδημα, μπορούν να σε βυθίσουν σε βαθειά μελαγχολία για την κατάντια μας. Υπάρχει όμως φως, έστω κι αν αυτό δεν είναι ακόμη πλήρως ορατό στην Ελλάδα.
Η ευημερία των μη θρησκευόμενων κοινωνιών
Σύμφωνα με την United Nations Human Development Report του 2005 οι χώρες Νορβηγία, Αυστραλία, Καναδάς, Σουηδία, Ελβετία, Βέλγιο, Ιαπωνία, Ολλανδία, Δανία και Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγονται ανάμεσα στις λιγώτερο θρησκευόμενες κοινωνίες παγκοσμίως. Συγχρόνως είναι και οι υγιέστερες από πλευράς μορφώσεως, κατά κεφαλήν εισοδήματος, βρεφικής θνησιμότητας, κοινωνικής ανάπτυξης και προσδόκιμου ζωής. Αντίθετα τις πενήντα τελευταίες θέσεις της ίδιας αναφοράς και με βάση τα ίδια κριτήρια καταλαμβάνουν βαθύτατα θρησκευόμενα κράτη.
Αποτυπώνοντας νοερά τα αποτελέσματα αυτής της αναφοράς σε μία υδρόγειο, με λίγη φαντασία μπορεί κάποιος να οραματιστεί την χρονολογική μετατόπιση του σκοταδιστικού πέπλου δια μέσου των αιώνων. Με χαρά θα διαπιστώσει, ότι η Γνώση, η Επιστήμη, η Διαφώτιση και ο Ορθολογισμός, σαν μετεωρολογικό μέτωπο καλοκαιρίας, αργά μεν αλλά σταθερά, κινούνται και εκτοπίζουν την άγνοια, τον αναλφαβητισμό, τις προκαταλήψεις και τον σκοταδισμό από τις διάφορες ηπείρους.
Αν όμως είναι Έλληνας, θα λυπηθεί. Θα λυπηθεί πολύ, γιατί θα διαπιστώσει, ότι στην χώρα του, στην οποία κάποτε υπήρχε μόνο λαμπρό φως, τώρα υπάρχει ένα αχνό γκρι πέπλο. Θα δει ακόμα την κάποτε πνευματικά πρωτοπόρο πατρίδα του, όχι μόνο να έχει χάσει αυτήν την πρωτοπορία, αλλά και να βρίσκεται κάτω από το μέσον της αναπτυξιακής λίστας, αφήνοντας ένα, κατά τα φαινόμενα, δύσκολα αναπληρούμενο κενό.
Το απύθμενο χάος μεταξύ Ελληνισμού-Χριστιανισμού.
Το κεφάλαιο αυτό θα ήταν ατελές, αν δεν αναφερόταν και στον υπεύθυνο της έκπτωσης, που περιγράψαμε, του Ελληνικού Πνεύματος. Για μένα είναι υπεράνω πάσης αμφιβολίας, ότι η ευθύνη ανήκει εξ ολοκλήρου στο σχετικά σύγχρονο μόρφωμα της αποκαλούμενης ελληνοχριστιανικής ιδεολογίας. Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι τόσο αντίθετες και αντιφατικές ιδεολογίες, που απορεί κανείς με το θράσος της έστω και λεκτικής προσπάθειας, για να συνυφανθούν αυτές οι τόσο αντικρουόμενες –ιδεολογικά, πνευματικά και ιστορικά– έννοιες.
Πως είναι δυνατόν σήμερα ο μέσος Έλληνας να έχει αποδεχτεί με τέτοια ευπιστία και αδιαφορία την διαστρέβλωση της Ιστορίας, ώστε να φτάνει στο σημείο να απαρνείται την ίδια του την πνευματική καταγωγή και προέλευση;
Νομίζω, ότι δεν απαιτείται ιδιαίτερη ιστοριοδιφική ικανότητα, για να διακρίνει κάποιος, ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός διαφέρουν ριζικά και ως τρόπος σκέψης και ως τρόπος ζωής. Όλοι μας διδαχτήκαμε, έστω και αποστεωμένα, αρχαία Ελληνική Ιστορία και έπρεπε να γνωρίζουμε, ότι οι πρόγονοί μας είχαν μίαν έμφυτη πνευματική ροπή στην Φιλοσοφία, τον Ορθολογισμό και τον Φιλελευθερισμό. Δεν δεχόντουσαν τίποτα «εξ αποκαλύψεως» και για τα πάντα αναζητούσαν την λογική εξήγηση. Στο διαμετρικά αντίθετο πνευματικό άκρο και ξεκινώντας από την αρχή, ότι ο ανθρώπινος νους δεν είναι σε θέση να συλλάβει όλη την αλήθεια, ο Χριστιανισμός εδράζεται στον άκαμπτο δογματισμό, δέχεται τα πάντα μοιρολατρικά, ως θεϊκή βούληση (θέλημα Κυρίου), απεχθάνεται την πνευματική διερεύνηση και κυριολεκτικά μισεί την Φιλοσοφία.
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο επίκαιρη αντιπροσωπευτική απόδειξη της νοοτροπίας αυτής από την ακόλουθη δήλωση του ίδιου του πρώην αρχιεπισκόπου στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (25.9.2000), όπου κατέκρινε ακόμα και το «σκέπτομαι, άρα υπάρχω» του Καρτέσιου. Θαυμάστε προοδευτική σκέψη και ιστορικό βάθος στην αιτιολόγηση των πολέμων:
«...Αυτό το ρήμα [εννοεί το σκέπτομαι, άρα υπάρχω] εφαρμόστηκε στην Ευρώπη και έκαμε την Ευρώπη να υποταχθεί στη λεγόμενη νοησιαρχία, να είναι δηλαδή το ανθρώπινο λογικό πάρα πάνω από ο,τι υπάρχει στον κόσμο. Από αυτό γεννήθηκε ο Ορθολογισμός και από τον Ορθολογισμό γεννήθηκε η απιστία στον Θεό, και αυτή η απιστία είναι εκείνη, που γέννησε τους πολέμους...»
Δημόσια αποκήρυξη του Ορθολογισμού τον 21ο αιώνα!
Η πεμπτουσία του αρχαιοελληνικού διαλογισμού επικρίνεται δημόσια 2.500 χρόνια μετά. Εάν αυτά λέγωνται με τόση άνεση σήμερα, σκεφθήτε τι λεγόταν και κυρίως τι γινόταν παλαιότερα. Σε τι σκοτάδι ζήσανε τόσες γενεές Ελλήνων, και όχι μόνο. Μετά από αυτή την τοποθέτηση του προκαθημένου της Εκκλησίας, ελπίζω να μην υπάρχη η παραμικρή ακόμα αμφιβολία για την πλήρη αντιδιαστολή του Ελληνικού Πνεύματος προς την χριστιανική ιδεολογία.
Όσον αφορά εξ άλλου στον τρόπο ζωής, εκεί, νομίζω, ότι υπάρχει το απύθμενο χάος. Και μόνο ο αποτροπιασμός και η απέχθεια του Χριστιανισμού προς την σεξουαλική πράξη σηματοδοτεί την αβυσσαλέα απόκλιση αυτής της θρησκείας από τον αρχαιοελληνικό τρόπο ζωής. Έναν τρόπο ζωής, με τον οποίο οι πρόγονοί μας συνδύαζαν αρμονικά την πνευματικότητα με την λατρεία όλων των ανθρώπινων αισθήσεων. Οι κληρικοί του Χριστιανισμού, σύμφωνα με τα προστάγματα της θρησκείας τους, απέχουν από την σεξουαλική ζωή, θεωρώντας την μόνον ως το «μέσον» για την τεκνοποίηση και αυτό «ευαγγελίζονται» στους πιστούς τους.
Στο τελείως αντίθετο άκρο οι πρόγονοί μας ήθελαν -όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και οι ιερείς και ακόμα και οι «θεοί» τους- να διακατέχονται από όλα τα ανθρώπινα πάθη. Τέλος δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την έμπρακτη εκδήλωση του χριστιανικού μίσους για τον Κλασικό Ελληνισμό, ενός μίσους, που εκφράστηκε απροκάλυπτα με την καταστροφή των αρχαιοελληνικών μνημείων και με το χτίσιμο των κακόγουστων εκκλησιών πάνω από τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα των αρχαίων ναών.
Όχι λοιπόν μόνο ασύμβατος και αντικρουόμενος, αλλά και ο πιο λυσσαλέος πολέμιος του Ελληνισμού τα τελευταία 2.000 χρόνια υπήρξε ο Χριστιανισμός.
Ανιστόρητες ανοησίες τα περί Ελληνοχριστιανισμού
Παρ’ όλα αυτά σήμερα εξακολουθεί να διδάσκεται το σχετικά πρόσφατο ιστορικό μόρφωμα του αποκαλούμενου Ελληνοχριστιανισμού. Ένα ιδεολόγημα, το οποίο ξεκίνησε λίγο μετά το 1800, για να αποτελέσει την «επιστημονική» στήριξη της «Μεγάλης Ιδέας» του Νεώτερου Ελληνισμού. Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα, με κυριώτερο σύγχρονο εκφραστή του τον ιστορικό Κων. Παπαρρηγόπουλο, και το οποίο αποσκοπεί στην οικειοποίηση του βυζαντινισμού και την θεώρησή του ως δήθεν κοιτίδας της νεώτερης Ελλάδος. Ήταν άλλη μία έντεχνη προσπάθεια, η οποία εν πολλοίς δυστυχώς καρποφόρησε, να αποκοπεί η Νεώτερη Ελλάδα από τις ρίζες της.
Χίλιες φορές καλύτερα να αποδεχτείς ένα ιστορικό κενό, παρά να προσπαθείς να το καλύψεις με ανιστόρητες ανοησίες. Σε τελευταία ανάλυση, γιατί πρέπει να χρεωθεί η Ελλάδα μία κληρονομημένη Ρωμαϊκή και διαρκώς φθίνουσα Αυτοκρατορία, της οποίας το μεγαλύτερο επίτευγμα, μετά τις ίντριγκες, τις δολοπλοκίες και τις δολοφονίες, ήταν ο ευνουχισμός του ανθρώπινου πνεύματος;
Τα περί Ελλήνων αυτοκρατόρων είναι σαφώς μυθεύματα, αν αναγνωρίσουμε ότι από τους 89 αυτοκράτορες, που συνολικά βασίλεψαν, μόνο δύο έως τρεις μπορούν να θεωρηθούν ελληνικής καταγωγής. Τον μοναδικό δε φιλέλληνα αυτοκράτορα η Εκκλησία τον ωνόμασε Παραβάτη. (Σ.σ. βλ. «Ούτε ένας Έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας!»)
Έχοντας όμως η Εκκλησία εξασφαλίσει με αυτές τις θεωρίες τα ψευδοερείσματά της, πέρασε στον επόμενο και ακόμη πιο εξωφρενικό μύθο, αυτόν της... διατήρησης του Ελληνισμού κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτοί, που υπήρξαν οι άμεσοι συνεργάτες και τοποτηρητές των Οθωμανών, αυτοί που επί 400 χρόνια πλούτιζαν εις βάρος των Ελλήνων και αυτοί που λυσσαλέα εναντιώθηκαν στην Επανάσταση του 1821, έπεισαν τον αναλφάβητο νεοαπελευθερωμένο λαό ότι... διαφύλαξαν τον Ελληνισμό. Αβυσσαλέο θράσος!
* * *
Ανεξάρτητα όμως απ’ όλα αυτά, έχει τελείως διαφορετική βαρύτητα και σημασία η αντίθεση και απόκλιση του Ελληνισμού από τον Χριστιανισμό ή το Βυζάντιο και είναι τελείως διαφορετικής σκοπιμότητας η ανοχή της σύγχρονης Ελληνικής Πολιτείας στο θράσος και στην αναισχυντία του Κλήρου να διαβάζει, σήμερα, από το βήμα της εκκλησίας, αναθεματισμούς κατά του Ελληνισμού και μάλιστα παρουσία των σταυροκοπούμενων πολιτειακών Αρχών, κάθε αποκαλούμενη «Κυριακή της Ορθοδοξίας». (Σ.σ. Διαβάστε και κατεβάστε δωρεάν το βιβλίο: «Τα υβριστικά κατά των Ελλήνων επίσημα κείμενα της Ορθοδοξίας».)
Άλλο θέμα οι φιλοσοφικές και ιστορικές διαφωνίες και τελείως άλλο η έλλειψη στοιχειώδους αγωγής και σεβασμού των εκπροσώπων μιας Ιουδαϊκής θρησκείας, η οποία στο κάτω κάτω καλά θα κάνει να συνειδητοποιήσει, ότι σε αυτή την χώρα λάθρα φιλοξενείται. Και από μεν τον Χριστιανισμό, ο οποίος επιβλήθηκε με βία και μοχθηρότητα, δεν έχω απαιτήσεις. Αυτή όμως η μικρόψυχη και ψηφοκινούμενη Ελληνική Πολιτεία κάπου θα πρέπει να ορθώσει το, έστω και ασήμαντο, ανάστημά της χάριν και μόνο της εθνικής αξιοπρέπειας.
Ναύαρχος Αντώνιος Αντωνιάδης
Επίτιμος Αρχηγός Γ.Ε.Ν.









«Σιωωών»... (Από τη λειτουργία).
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της προσπάθειας των Ελλήνων για συνέχιση της παράδοσής τους -παρά τις διώξεις που υφίσταντο από τους χριστιανούς- είναι η διατήρηση του ομηρικού ρυθμού στο σημερινό ρυθμό του συρτού καλαματιανού (7/8). Η αρχαία Ελληνική μουσική υπάρχει ζωντανή στη νεοελληνική δημοτική κι όχι στην ανθελληνική εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική. (Πηγή: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», «Εκδοτική Αθηνών»).
Οι χριστιανοί υμνογράφοι στη χιλιόχρονη Bυζαντινή Iστορία δεν δημιούργησαν κάτι νέο στη μουσική· πήραν ό,τι βρήκαν έτοιμο από την αρχαία Ελληνική. Η απέχθειά τους όμως, για τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό ήταν τόση, ώστε, ενώ πήραν τις νότες ατόφυες μαζί με την παρασήμανσή τους, τους αλλοίωσαν τα ονόματα προσθέτοντας ένα ή δύο γράμματα πρίν ή μετά. Έτσι, ο μητροπολίτης Χρύσανθος καθιέρωσε τον ιθ΄ αι. μ.Χ. την μετατροπή του Α σε ΠΑ, του Β σε ΒΟΥ κ.τ.λ..