Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν…

Kώστας Βάρναλης: «οι πόνοι τής Παναγιάς»


Τα Χριστούγεννα που ο Βάρναλης «συνάντησε» τον Παπαδιαμάντη…

Ο Κώστας Βάρναλης "εις ύφος Παπαδιαμάντη" παρουσιάζει ως ήρωα τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές.

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την “Ακρόπολιν” και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.

Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.

Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των• και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, “άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν”, η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα….

Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

Αλλ’ η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.

Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.

Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ’ αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.

– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ’ η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.

Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ’ ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).

Ιδού κι ο Μπάρμπ’ Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον• είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.

– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Όρσε, κουβέρνο!

Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

Αλλ’ ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ’ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.

– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.

Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.

Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!…

Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και … εξύπνησεν.

Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!


Συνέχεια...

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Ύμνος στη ζωή


Ήταν καθηγητής της Επιστήμης των Υπολογιστών. Η τελευταία ομιλία του, επτά μήνες προτού πεθάνει σε ηλικία 48 ετών, είχε θέμα την πραγματοποίηση των παιδικών ονείρων.


<< Ο θάνατος ενεδρεύει πίσω από τις ανθρώπινες ματαιότητες. Εκείνο που μας επιτρέπει ίσως να ζήσουμε ελεύθεροι είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς το πότε θα πεθάνουμε. Ο χρόνος είναι ακόμη δικός μας. Τι συμβαίνει όμως όταν ανακαλύψουμε ότι μας απομένει λιγότερος απ΄ όσο υπολογίζαμε; >>




Η διαθήκη είναι η τελευταία δεδηλωμένη βούληση του ανθρώπου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μία χώρα που διέπεται από το οξύμωρο να είναι πουριτανική και προοδευτική μαζί, έχει εδώ και χρόνια καθιερωθεί ο θεσμός των «Τελευταίων διαλέξεων».


Προσωπικότητες της επιστήμης και της τέχνης που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους, αξιοποιώντας τη συσσωρευμένη σοφία τους, καλούνται να εκφράσουν δημοσίως- με θεατρικό τρόπο - τις τελευταίες σκέψεις και επιθυμίες τους.

Όταν ζητήθηκε από τον βραβευμένο καθηγητή της Επιστήμης των Υπολογιστών στο Κάρνεγκι Μέλον, Ράντυ Πάους να ανέβει στο βήμα, του απέμεναν μόνο μερικοί μήνες ζωής. Ωστόσο την ομιλία του με τίτλο«Πραγματοποιώντας τα παιδικά σου όνειρα», τον Σεπτέμβριο του 2007, τη χαρακτήριζε μια απρόσμενα θετική ματιά πάνω στη ζωή.

Ηταν ένας λόγος τόσο εμψυχωτικός και εμπνευσμένος που εκατομμύρια άνθρωποι τον παρακολούθησαν έκτοτε μαγνητοσκοπημένο στο Διαδίκτυο.
Ο ίδιος πέθανε μερικούς μήνες μετά την ομιλία αυτή, τον Ιούλιο του 2008, στα σαράντα εφτά του χρόνια, από καρκίνο στο πάγκρεας. Αλλά εν τω μεταξύ είχε προφτάσει να ετοιμάσει το βιβλίο με τίτλο Η τελευταία διάλεξη, όπου ανέπτυξε ακόμη περισσότερο τα ζητήματα που έθιξε επί σκηνής.

Το βιβλίο τώρα βρίσκεται στη λίστα των μπεστ σέλερ των «Νew Υork Τimes» και μεταφράζεται σε 35 γλώσσες. Είναι και η πνευματική κληρονομιά στη σύζυγό του Τζέι και στα τρία τους παιδιά Κλόε, Ντίλαν, Λόγκαν που ήταν αντιστοίχως δεκαοκτώ μηνών, έξι και τριών ετών όταν απεβίωσε.
Προς την ανθρωπότητα

Το βιβλίο του Ράντυ Πάους αποτελεί ύμνο στη ζωή. Χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις και μελοδραματικές εξάρσεις, διαπραγματεύεται το θαύμα της ύπαρξης και της πραγμάτωσης αυτού του απροσδιόριστου και υποκειμενικού συναισθήματος που ονομάζεται ευτυχία.

Θα μπορούσε να είναι ένα «self help» εγχειρίδιο από εκείνα που υποτιμούν τη νοημοσύνη του μέσου αναγνώστη, του τύπου π.χ.: «Να κάνεις μεγάλα όνειρα». Επί του προκειμένου ωστόσο υπάρχει μια τεράστια ποιοτική διαφορά. Αυτές είναι σκέψεις, που καταγράφηκαν με εξαίρετη διαύγεια, ενός ανθρώπου ο οποίος κοιτάζει καταπρόσωπο τον θάνατο. Τότε που κατά παράξενο τρόπο όλα στη ζωή φαίνονται επιτέλους καθαρά, χωρίς θαμπάδα, κοιταγμένα από κάποιον που μας αποχωρίζεται.
Έτσι η φιλοσοφία της καθημερινότητας του Ράντι Πάους αντλεί την ουσία από την απλότητα. Κάθε άλλο παρά απλοϊκή όμως είναι η προσωπική του ενατένιση. Στέλνει ένα μήνυμα καθησυχασμού στις ταραγμένες συνειδήσεις μας (δεν ελπίζει να τις αφυπνίσει όπως η φιλοσοφία). Το κυριότερο, ο Πάους δεν ευαγγελίζεται ότι θα αλλάξει τη ζωή μας, ως σοφός που δασκαλεύει με τον δείκτη υψωμένο.

Μιλάει ως παθών. Είναι δηλαδή ένας άνθρωπος που παρ΄ ότι πεθαίνει, στέλνει ένα μήνυμα αγάπης στην ανθρωπότητα. Και όταν αναφέρεται στην αγαλλίαση που προέρχεται από τις θετικές σκέψεις, χρησιμοποιεί απτά παραδείγματα από τη ζωή του, σαν να μας μιλάει ένα οικείο πρόσωπο («ένας τρόπος για να καταλάβεις την αισιοδοξία» είναι ο τίτλος του σχετικού κεφαλαίου) χωρίς να μας υποδεικνύει τι να κάνουμε. Ο θάνατος ενεδρεύει πίσω από τις ανθρώπινες ματαιότητες. Εκείνο που μας επιτρέπει ίσως να ζήσουμε ελεύθεροι είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακριβώς το πότε θα πεθάνουμε. Ο χρόνος είναι ακόμη δικός μας. Τι συμβαίνει όμως όταν ανακαλύψουμε ότι μας απομένει λιγότερος απ΄ όσο υπολογίζαμε;


Ένας γιατρός πρότεινε στον Ράντυ Πάους να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται να ζήσει καιρό. Αλλά εκείνος προχώρησε πολύ παραπέρα: αγόρασε αυτοκίνητο και έκανε αγγειεκτομή (χειρουργική αφαίρεση του σπερματικού πόρου ως μέθοδος αντισύλληψης): ήθελε να έχει ερωτική επαφή χωρίς να αφήσει κι άλλα παιδιά ορφανά.

Δήλωσε μάλιστα κάποια στιγμή ότι στην ταφόπλακά του θα ήθελε να αναγράφεται η φράση:«Ράντυ Πάους:έζησε τριάντα χρόνια μετά τη διάγνωση της ανίατης ασθένειάς του»
. Και αλλού (σχετικά με την επαγγελματική του ανέλιξη):«Πολλοί άνθρωποι αναζητούν τον σύντομο δρόμο. Εγώ ανακάλυψα ότι ο πιο σύντομος δρόμος είναι ο μακρύς, που συνοψίζεται σε δύο λέξεις:σκληρή δουλειά». Σε όποιο επεισόδιο από τη ζωή του και αν σταθούμε (αρχίζει από την παιδική του ηλικία, για να εστιάσει στο σήμερα), το νοηματικό υπόστρωμα είναι η εξαργύρωση του χαμένου χρόνου.


Η λογική του είναι απλή: πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι βαδίζουν προς τα μπρος ενώ στην πραγματικότητα κάνουν βήματα επί τόπου.
Εσωτερικά εμπόδια



Συνυφασμένο με την έννοια του περιορισμένου χρόνου είναι και το ζήτημα της υλοποίησης των ονείρων άρα και της υπερπήδησης των εμποδίων της σκληρής καθημερινότητας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα μεγαλύτερα εμπόδια τα βάζουμε εμείς στους εαυτούς μας, τα εσωτερικά εμπόδια επομένως.

Αυτό θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε από την περιγραφή της κατάκτησης της Τζέι από τον Ράντι Πάους. Εκείνη ήταν 31 ετών, μεταπτυχιακή φοιτήτρια συγκριτικής λογοτεχνίας, και εκείνος 37, ένας αμετανόητος εργένης, που απλούστατα δεν γνώριζε ότι του απέμεναν μόνο δέκα χρόνια ζωής. Ποιο είναι το επιμύθιο; «Οι τοίχοι υπάρχουν για να σταματούν τους ανθρώπους που δεν θέλουν κάτι αρκετά».
Αλλά μήπως οι έννοιες «επιτυχία» και «αποτυχία» είναι σχετικές; Όταν οι πιγκουίνοι ετοιμάζονται να πέσουν σε νερά όπου μπορεί να παραμονεύουν αρπακτικά, κάποιος πρέπει να είναι ο πρώτος πιγκουίνος που θα βουτήξει: γίνεται ήρωας, όμως το τίμημα είναι ότι πεθαίνει.


Ο Ράντυ Πάους είχε καθιερώσει το βραβείο του Πρώτου Πιγκουίνου για την ομάδα που έπαιρνε το μεγαλύτερο ρίσκο δοκιμάζοντας κάποια νέα τεχνολογία αλλά αποτύγχανε στον αρχικό της στόχο, αφού ορισμένες πρωτότυπες ιδέες ποτέ δεν καταφέρνουν να προχωρήσουν πέρα από το επίπεδο της έρευνας και της ανάπτυξης.


Εν τούτοις, όπως σημειώνει ο Πάους, οι μεγάλες εταιρείες προτιμούν να προσλαμβάνουν άτομα με κάποια αποτυχία στο ενεργητικό τους. «Εμπειρία είναι αυτό που αποκτάς όταν δεν έχεις αποκτήσει αυτό που ήθελες» και μπορεί να είναι ό,τι πολυτιμότερο έχεις να προσφέρεις στους άλλους. Όταν λοιπόν δεν ρισκάρεις τίποτα, ρισκάρεις ακόμη περισσότερα.
Ο Ράντι Πάους αναφέρθηκε στην ευγνωμοσύνη, στην ακεραιότητα αλλά και στην αλήθεια.«Οι άνθρωποι λένε ψέματα για πολλούς λόγους, συχνά επειδή νομίζουν ότι έτσι θα πετύχουν αυτό που θέλουν με λιγότερο κόπο. Ωστόσο, όπως πολλές κοντόφθαλμες στρατηγικές, είναι αναποτελεσματική μακροπρόθεσμα. Συναντάς ξανά κάποιους ανθρώπους αργότερα και θυμούνται ότι τους είπες ψέματα. Και το λένε σε πολλούς άλλους». Με άλλα λόγια, ο ψεύτης κόβει τα φτερά του.
Δεν θα είσαι μόνος

Βεβαίως η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι ότι αντανακλά την ωμή αλήθεια. Είναι συγκλονιστικό να φαντάζεσαι τον άνθρωπο να τακτοποιεί ατάραχα τις τελευταίες εκκρεμότητες για μια μελλοντική ζωή στην οποία δεν θα συμμετέχει.


Να βιντεοσκοπεί με χιούμορ τον εαυτό του ώστε να αφήσει στα παιδιά του χρήσιμες συμβουλές και αρχές για το μέλλον τους. Ο Πάους θυμάται τι συνέβη όταν κάλεσε τη σύζυγό του Τζέι στη σκηνή μετά την ομιλία του.

Στέκονταν αγκαλιασμένοι μπροστά στο κατασυγκινημένο κοινό, και εκείνη του είπε:«Σε παρακαλώ, μην πεθάνεις». Αν ακούγεται σαν κινηματογραφικό μελό, ο Πάους αδιαφορεί για την εύκολη συγκίνηση, απροσποίητα περιγράφει γεγονότα:«Ακούγεται σαν διάλογος από χολιγουντιανή ταινία Αλλά αυτό είπε». Στη φωτογραφία μοιάζουν γαλήνια ευτυχισμένοι. Στην ανασκόπηση των τελευταίων του ημερών περιγράφονται και οι δοκιμασίες των συγγενών, οι οποίοι νιώθουν τα μύχια της ψυχής τους να ανοίγονται σε σκοτεινά τοπία. Από τα εκατομμύρια γράμματα που έλαβε ο Πάους συγκράτησε μια αναφορά στον πνευματικό ηγέτη της Ινδίας Κρισναμούρτι.

Τον είχαν ρωτήσει ποιο είναι το πιο ανακουφιστικό πράγμα το οποίο μπορείς να πεις σε έναν φίλο που χάνεται: «Με τον θάνατό του ένα μέρος σου πεθαίνει και πηγαίνει μαζί του. Όπου πηγαίνει αυτός, πηγαίνεις κι εσύ. Δεν θα είναι μόνος του».


της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΔΑΦΕΡΜΟΥ


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=268518&dt=17/05/2009

Συνέχεια...

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Η τράπεζα είναι κάτι παραπάνω, σας λέω. Είναι το τέρας....


Σαν παλιό καλό κρασί γευόμαστε ακόμη τους χυμούς τους: 70 χρόνια ζωής συμπλήρωσαν «Τα σταφύλια της οργής», το επικό μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ για τις στερήσεις των ανθρώπων που έζησαν τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930. Ο Στάινμπεκ παρακολουθεί το οδοιπορικό της οικογένειας Τζόουτ, από το αγρόκτημα που έχασε στην Οκλαχόμα, κυνηγώντας ένα απατηλό όνειρο στην Καλιφόρνια.

Το βιβλίο είναι μια προφητική ματιά και στους σημερινούς δύσκολους καιρούς. Γιατί και σήμερα πίσω από τον πόνο των ανθρώπων κρύβονται οι ίδιες εκείνες απρόσωπες, άσπλαγχνες και άπληστες δυνάμεις- η «Τράπεζα», η «Εταιρεία»- που είχαν προκαλέσει την οργή του Τζον Στάινμπεκ.

«Κατάφταναν μέσα σε κλειστά αυτοκίνητα, έψαχναν το στεγνό χώμα με τα δάχτυλά τους και μερικές φορές έμπηγαν στη γη μεγάλα τρυπάνια για να δοκιμάσουν το έδαφος. Από τα λιοδαρμένα κατώφλια τους, οι αγρότες κοίταζαν ανήσυχα τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν τα χωράφια. Ύστερα, οι ιδιοκτήτες γύριζαν και σταματούσαν μπροστά τους και καθισμένοι μέσα στα αυτοκίνητα, τους μιλούσαν από τα παράθυρα. Οι αγρότες κοντοστέκονταν για λίγο πλάι στα αυτοκίνητα κι ύστερα κάθιζαν στις φτέρνες τους κι έπιαναν βέργες και σκάλιζαν το χώμα. Κάποιοι από τους ιδιοκτήτες ήταν καλοσυνάτοι, επειδή σιχαίνονταν κι οι ίδιοι εκείνο που έπρεπε να κάνουν, κάποιοι ήταν θυμωμένοι, επειδή σιχαίνονταν να φαίνονται κακοί και κάποιοι ήταν ψυχροί, επειδή είχαν από καιρό καταλάβει πως δεν μπορείς να είσαι ιδιοκτήτης άμα δεν είσαι ψυχρός. Κι όλοι τους έμοιαζαν να είναι παγιδευμένοι σε κάτι που ήταν μεγαλύτερο από αυτούς. Αν η γη είχε περάσει σε κάποια τράπεζα ή εταιρεία, ο ιδιοκτήτης έλεγε η Τράπεζα, η Εταιρεία, χρειάζεται, θέλει, απαιτεί, σαν να ήταν η Τράπεζα ή η Εταιρεία ένα τέρας, με σκέψη και ψυχή, που τους είχε ξεγελάσει...».

«Οι ιδιοκτήτες κάθονταν μέσα στα αυτοκίνητα κι εξηγούσαν. Ξέρετε, η γη είναι φτωχή. Τη σκαλίσατε πολλά χρόνια. Ένας Θεός ξέρει... Κι οι άνθρωποι που ήταν καθιστοί, σήκωναν τα μάτια και κοίταζαν για να καταλάβουν. Δεν μπορούμε να μείνουμε κι άλλο; Ίσως τον άλλο χρόνο να ΄χουμε καλή σοδειά. Ίσως τον παρ΄ άλλο. Και κοίταζαν περιμένοντας απάντηση... Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σ΄ αυτό. Η τράπεζα, το τέρας, πρέπει να κερδίζει συνεχώς. Δεν μπορεί να περιμένει. Θα πεθάνει. Πρέπει να φύγετε απ΄ τη γη. Και τότε οι καθιστοί άνθρωποι σηκώνονταν οργισμένοι... Μα είναι η γη μας. Τη μετρήσαμε και τη μοιράσαμε. Γεννηθήκαμε σ΄ αυτή, σκοτωθήκαμε, πεθάναμε. Έστω κι αν δεν αξίζει πια, είναι δική μας. Αυτό είναι που την κάνει δική μας- που γεννηθήκαμε σ΄ αυτή, που τη δουλέψαμε, που πεθάναμε σ΄ αυτή. Αυτό θα πει ιδιοκτησία, όχι ένα χαρτί με αριθμούς... Λυπούμαστε. Δεν φταίμε εμείς, αλλά το τέρας. Η τράπεζα δεν είναι άνθρωπος. Η τράπεζα είναι κάτι παραπάνω, σας λέω. Είναι το τέρας. Το έφτιαξαν οι άνθρωποι, μα δεν μπορούν να το μαζέψουν».

Ρούσσος Βρανάς
http://orfni.blogspot.com/

Συνέχεια...

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος: Ένας «Επιτάφιος» γεννά την «Ανάσταση»



Ο Ρίτσος υπήρξε πάντα ασυμβίβαστος υποστηρικτής του δικαίου και μαχόμενος αγωνιστής των ανθρωπίνων αξιών. Ο «Επιτάφιος» είναι ένα έργο βγαλμένο από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Και για τα δεδομένα της εποχής, ένα έργο ελληνικό. Είκοσι ποιήματα αποτελούμενα από δίστιχα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, ο «Επιτάφιος» κοιτά κατάματα την παράδοση. Παίρνει στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι, τα μοιρολόγια της ιδιαίτερης πατρίδας του, τα θεία Πάθη, επιστρέφοντάς τα πλούσια σε ήθος και αισθήματα. Στον «Επιτάφιο» έχουμε τον απόλυτο συνδυασμό της ζωής, της χαράς, της ευτυχίας για την ανθρώπινη ύπαρξη, με το θρήνο για το χαμό της. Και με το θρήνο ξεκινά. Αυτό είναι το γεγονός, το δεδομένο, το μη αναστρέψιμο, το χειροπιαστό. Και οδηγεί στη θλίψη κι αυτή με τη σειρά της στη μνήμη και στις θύμησες. Και το ποίημα οδηγείται αλλού. Φεύγει από το θλιβερό παρόν. Θυμάται τις όμορφες μέρες, τις αρετές του ανθρώπου, τους αιώνιους αγώνες, την προσφορά στους αγώνες, τα οράματα, τη φιλοσοφία της ζωής. Και το ποίημα επιστρέφει στην αρχή. Ο πόνος γίνεται πιο έντονος, φωνάζει δυνατά. Και ακολουθεί η συνειδητή παραδοχή πως ούτε ο θάνατος είναι το τέλος. Μέσα από την πονεμένη μάνα, που αντλεί δύναμη και παλεύει για το αύριο, οραματίζεται την ανάσταση. Η δράση είναι μονόδρομος. Η παθητική στάση αδιέξοδη. Και η δράση, η αντίσταση στη θλίψη, η προσμονή για το αύριο ώστε αυτό να μοιάσει με το χθες είναι αυτή που τελικά κάνει πιο αχνή την απουσία και δικαιώνει τη μνήμη. Ίσως ακούγεται πολύ περίεργο, αλλά είναι αλήθεια. Ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου αποπνέει στην κατάληξή του έναν αέρα αισιοδοξίας. Στην ουσία του, ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου, είτε στην ποιητική, είτε στη μελοποιημένη του μορφή, δεν παύει να είναι επίκαιρος. Ίσως κι αυτό ακουστεί περίεργο, ειδικά για όσους συνέδεσαν το έργο αυτό με την αφορμή για την οποία γράφτηκε και με τα γεγονότα μιας άλλης εποχής. Κι όμως είναι, πιστεύω, έτσι. Και όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι πεθαίνουν παρά φύσει, δηλαδή πολύ νωρίτερα από τα βαθιά γεράματα, συχνά ξαφνικά, αναίτια ή άδικα και αφήνουν πίσω αγάπες, παιδιά, έργα, όνειρα. Η σημειολογία του έργου μπορεί να επεκταθεί και πέρα από τη ζωή και το φυσικό θάνατο. Ή για την ακρίβεια μέσα στη ζωή και πριν από το φυσικό θάνατο
Δώρα Παπαδοπούλου

Συνέχεια...

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Απόπειρα....


Δυο χρόνια τώρα που τρυπάμε
βουνό κι όλο τα μέσα πάμε.
Και τέτοιο βράχο, τέτοια πέτρα,
που κάθε μήνα δυο-τρία μέτρα.
Τυχαίνει πού και πού γρανίτης
που δεν τον σπα ούτε δυναμίτης.

Βάζουμε μέσα ακέριες κάσσες,
κι ύστερα…πιάνονται οι ανάσες.
Βρωμίζει ο αγέρας που υπάρχει
και μας φουσκώνει το στομάχι.
Μα μεις σαν σκύλοι εκεί χτυπάμε,
πώς να ντυθούμε, πώς να φάμε;

Σφυρά ο λοστός κι η παραμίνα,
σπίθες πετά η βαρειά κι η σφήνα.
-Αγάντα Γιώργη, αγάντα Πέτρο,
μ’ ακόμα σε κανένα μέτρο,
θε να το βρούμε πια και τότες
θα βγάζουμε όξω αράδα «πρώτες».

Ψάχνουμε ολούθε με τσοι λύχνοι,
μα ούτε σημάδια, ούτε ίχνη.
Στεγνώνει η γλώσσα μας στο στόμα
φαίνεται πως αργούμε ακόμα.
Ο ένας του άλλου λέει αγάντα
Και ποιο το θάρρος, ποια η αβάντα;
Ποιος αν δε βρούμε θα μας δώσει;
Ποιος τα έξοδά μας θα πληρώσει;

Κι αν άσκημα κανείς χτυπήσει,
πως κι από πού ύστερα θα ζήσει;
Κι αν σκοτωθεί-ο Θεός φυλάει-
καλά-καλά σαν σκύλος πάει.
Μα πώς να κάμομεν οι δόλιοι,
αφού αυτή είν’ η δουλειά μας όλη;

Χτυπά ο Μανώλης στο καλέμι
ματζακουπιές, που ο βράχος τρέμει.
Σβήνει το φως μέσα στο βάθος
και μεις γιομάτοι οργή και πάθος
την Παναγιά μας βλαστημούμε,
με τα μαρτύρια που τραβούμε.

Και φτύνουμε αίμα μέχρι να’βρει
η «απόπειρά μας» πέτρα μαύρη,
να’ρθει το κράτος να την πάρει
με τριάντα φράγκα το καντάρι,
κι ύστερα εκείνο να τη δώσει
πέντε φορές σ’ αξία τόση.


• Ο Τσικαλαδονικόλας ήταν ο Απεραθίτης Νίκος Εμμ. Πρωτονοτάριος (1911-2000).
• Το παραπάνω ποίημα δημοσιεύτηκε το 1937 στο λογοτεχνικό περιοδικό του Μελή Νικολαϊδη «Πνευματική ζωή», προξενώντας ευμενή σχόλια.

Σήμερα είναι ημέρα γενικής απεργίας.

Επειδή κοντεύουμε να απογαλακτιστούμε από τις αρχές και τη συνείδησή μας, καιρός είναι να αναβαπτιστούμε σε μερικές αξίες…

Το αριστούργημα του Νίκου Πρωτονοτάριου είναι η αρχή
που με τη δική σας συμμετοχή,
θα ανοίξει ο κύκλος της «μαύρης πέτρας».

Συνέχεια...

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009

'Ένα σπουδαίο πνεύμα μας αποχαιρετά'




Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες



Μετάφραση από τα Ισπανικά: Βασίλης Τερζής
Πρωτότυπο κείμενο εδώ
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή για λόγους υγείας: καρκίνος στους λεμφαδένες. Η κατάστασή του μοιάζει να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που ακολουθεί εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του και χάρη στο Ίντερνετ έφτασε και σε μας.
Σας συστήνω να τη διαβάσετε, καθώς πρόκειται για ένα πραγματικά συγκινητικό κείμενο γραμμένο από έναν από τους λαμπρότερους λατινοαμερικανούς συγγραφείς του αιώνα που μας πέρασε.
'Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σου 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα 'σ' αγαπώ' και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα 'θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις 'συγνώμη', 'συγχώρεσέ με', 'σε παρακαλώ', 'ευχαριστώ' κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.'

Συνέχεια...