Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΦΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ: ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ


Του Σάββα Γ. Ρομπόλη
Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου
Επιστ. Δ/ντή ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ



Η διεθνής οικονομική κρίση

Η οικονομική κρίση ξεκίνησε ως κρίση των ενυπόθηκων δανείων το 2007 στις ΗΠΑ, διαμορφώθηκε σε διεθνή οικονομική κρίση το 2008 και εξελίχθηκε σε οικονομική κρίση στην πραγματική οικονομία στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την χώρα μας, ως αποτέλεσμα της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής «των απελευθερωμένων αγορών και των αποκλεισμένων κοινωνιών».

Κατά το 2009 η οικονομική κρίση βαθαίνει τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ε.Ε. Στις ΗΠΑ έχουμε 630.000 απολύσεις τον μήνα και στην Ε.Ε. θα χαθούν κατά το 2009-2010 8,5 εκατ. θέσεις εργασίας, σε σύγκριση με τα 9,5 εκατ. θέσεις που δημιουργήθηκαν την περίοδο 2006-2008 (Ιούλιος 2009, το ποσοστό ανεργίας στην Ε.Ε.-27 διαμορφώθηκε στο 9% και στην Ευρωζώνη 9,5%).

Επιπλέον, η κρίση αυτή αποτελεί έκφραση αποτυχίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας και διαχείρισης των πόρων, όπως αυτή, τηρουμένων των αναλογιών, του τέλους του 19ου αιώνα και του 1929.
Πράγματι αποτελεί έκφραση αποτυχίας, με την έννοια ότι αυτό διακηρύσσει και εφαρμόζει την πλήρη απελευθέρωση των αγορών χρήματος, αγοράς εργασίας και αγαθών-υπηρεσιών, την κυριαρχία της αγοράς στην διαχείριση των πόρων με την περιθωριοποίηση των δημόσιων πολιτικών και της αναδιανομής του εισοδήματος, χωρίς ρυθμίσεις, ελέγχους, εποπτεία και συντονισμό, με την επικράτηση «χαλαρών οικονομικών και κανονιστικών πολιτικών που επέτρεψαν στην παγκόσμια οικονομία να υπερβεί τα όρια ταχύτητάς της».

Έτσι, σημαντικά τραπεζικά ιδρύματα στις ΗΠΑ, Αγγλία και σε άλλες χώρες, απώλεσαν την ρευστότητά τους, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις των χωρών, δεδομένου της κρίσης αξιοπιστίας που επικρατεί στην διατραπεζική αγορά, να προσπαθούν με τεράστιο κόστος των φορολογουμένων τους να αποτρέψουν την χρηματοοικονομική τους καθίζηση.

Ταυτόχρονα, οι μέχρι και σήμερα αποφάσεις στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση των «ενέσεων ρευστότητας», των «εθνικοποιήσεων» και των μειώσεων των επιτοκίων, αδυνατούν να εμποδίσουν την μετάβαση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία και να δημιουργήσουν συνθήκες ανάσχεσης της οικονομικής κρίσης και αποτροπής της εμβάθυνσης της διεθνούς οικονομικής ύφεσης.
Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές, που λαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υλοποιούνται σε εθνικό επίπεδο, εμπεριέχουν την αδυναμία της μη εφαρμογής των αποφάσεων σε Ομοσπονδιακό επίπεδο, όπως στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα, ενώ παρουσιάζουν κάποια στοιχεία συντονισμού να μην παρουσιάζουν άμεση, αποτελεσματική και εκτελεστική δυναμική.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχες αποφάσεις στην κρίση του 1929, η οποία εξελίχθηκε σε κραχ, δεν είχαν σ’ αυτή την ένταση ληφθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το 2008, το 2009 και το 2010, η λήψη και υλοποίηση αυτών αποφάσεων, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την μετάβαση της κρίσης από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα στους αρμούς της πραγματικής οικονομίας.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα προϋπήρχε και επιδεινώνεται ποσοτικά και ποιοτικά από την διεθνή οικονομική κρίση. Επιπλέον, η οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι σοβαρότερη από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γιατί πλήττονται σε βάθος οι τρεις βασικές διαστάσεις της ελληνικής οικονομίας.
Έτσι, η κρίση στην Ελλάδα είναι: α) οικονομική (μηδενική ή αρνητική αύξηση του ΑΕΠ, μείωση των επενδύσεων, μείωση βιομηχανικής παραγωγής, μείωση εξαγωγών, μείωση κύκλου εργασιών, μείωση ζήτησης, μείωση απασχόλησης, αύξηση των απολύσεων, αύξησης της ανεργίας), β) δημοσιονομική (αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων, αύξηση δημόσιου χρέους, κατάρρευση των δημοσίων εσόδων, …) και γ) κοινωνική (αύξηση ιδιωτικών δαπανών υγείας, υποχρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής προστασίας, δυσχέρειες Ταμείων και Νοσοκομείων να εκπληρώσουν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους – συνταξιούχους και προς τους προμηθευτές, …).
Όμως, παρά τις εξελίξεις αυτές οι φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής κατανοούν την σημερινή διεθνή οικονομική κρίση ως αποτέλεσμα εξωγενών και όχι ενδογενών παραγόντων που επιδρούν αρνητικά στην ομαλή λειτουργία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το αποτέλεσμα κατά το 2009 και το 2010 είναι να γίνουμε μάρτυρες χρεοκοπιών και διακοπής της λειτουργίας επιχειρήσεων, μαζικών απολύσεων και διαθεσιμοτήτων των εργαζομένων, απειλής μείωσης των μισθών ή ανεργίας, διεύρυνσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και της εκ περιτροπής εργασίας, σημαντικής αύξησης της ανεργίας και ανησυχητικής ύφεσης της οικονομίας και σοβαρής επιδείνωσης του εισοδηματικού και βιοτικού επιπέδου των ελλήνων πολιτών.
Έτσι σήμερα, το επίπεδο σύγκλισης της χώρας μας με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις τιμές καταναλωτή είναι 94% (ακριβή χώρα), η παραγωγικότητα της εργασίας είναι 92% (χώρα πολλών ωρών και έντασης εργασίας), οι μισθοί είναι 82% (χαμηλοί μισθοί σε σχέση με το επίπεδο παραγωγικότητας και τιμών) το επίπεδο των οποίων συμπαρασύρει και το επίπεδο των συνταξιούχων με αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα.
Ειδικότερα στην Ελλάδα, παρά τις αντίστοιχες δυσμενείς εξελίξεις για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τους ανέργους, η οικονομική πολιτική με το πρόγραμμα στήριξης των Τραπεζών, οδηγεί την ελληνική οικονομία κατά το 2009 και το 2010, (το 85% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι τα δύσκολα της οικονομικής κρίσης δεν έχουν περάσει και προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών κατά το επόμενο 12μηνο (ΙΟΒΕ, Ιούλιος 2009) σε συνθήκες ύφεσης με συνέπειες στην απασχόληση, την ανεργία (9,3%, Απρίλιος 2009), τα εισοδήματα, (πάγωμα μισθών στο Δημόσιο και των συντάξεων για όλους τους συνταξιούχους της χώρας) το δημόσιο χρέος και τα δημόσια ελλείμματα. Το 2008 η ΓΣΕΕ προβλέποντας τις υφεσιακές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία κατά το 2009, με την ΕΓΣΣΕ 2008-09 συνέβαλλε καθοριστικά στην διαμόρφωση του κατώτατου μηνιαίου μισθού στα 740 € και στην ποσοστιαία πραγματική του αύξηση το 2009 κατά 4,3%. Όμως είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών δαπανά περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για την εξυπηρέτηση τραπεζικών δανείων, τα οποία δυσκολεύεται να αποπληρώσει εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων του, της ανεργίας, της εκ περιτροπής εργασίας και της διεύρυνσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Παράλληλα το Ελληνικό Δημόσιο έχει προσφύγει σε δανεισμό κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009 σε ποσοστό της τάξεως του 20% του ΑΕΠ (Ιούλιος 2009). Ο καθαρός δανεισμός του Δημοσίου από τις αρχές του έτους 2009 έχει διαμορφωθεί στα επίπεδα των 53 δισ. ευρώ (εκτιμάται ότι κατά το 2009 θα υπερβεί τα 60 δισ. ευρώ) και υπερβαίνει κατά 12 δισ. ευρώ την πρόβλεψη του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2009 και κατά 10 δισ. ευρώ την πρόβλεψη του αναθεωρημένου (Ιανουάριος 2009) προγράμματος σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ο καθαρός δανεισμός του Δημοσίου έχει ήδη καλύψει το 130% περίπου του ετήσιου στόχου όταν στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο δημόσιος δανεισμός δεν υπερβαίνει το 70% του ετήσιου προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα, οι συνθήκες του δημόσιου δανεισμού, διαμορφώνουν επιπλέον επίπεδα του ετήσιου κόστους καταβολής των τόκων (1,2 δισ. ευρώ λόγω της διαφοράς των ελληνικών με τα γερμανικά επιτόκια και 700 εκατ. ευρώ λόγω της διαφοράς των ελληνικών με τα ιταλικά επιτόκια).
Με αφετηρία τα δυσμενή αυτά δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί κατά την διετία 2008 – 2009 στην ελληνική οικονομία, σε συνδυασμό με αντίστοιχες δυσμενείς προβλέψεις κατά το 2010 στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (-0,4%), στην συνολική εσωτερική ζήτηση, στην ανεργία (αύξηση κατά 100.000 άτομα περίπου), στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στο εισόδημα των εργαζομένων, ανέργων και των συνταξιούχων, επιβάλλεται η λήψη βραχυπρόθεσμων και μεσο-μακροπρόθεσμων μέτρων αντιμετώπισης των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης και δημιουργίας προϋποθέσεων εξόδου απ’ αυτήν. Ακριβώς το πλαίσιο αιτημάτων και διεκδικήσεων της ΓΣΕΕ κινείται σ’ αυτόν τον άξονα στρατηγικής με τεκμηριωμένη αναφορά σε συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής.
Από την ύφεση στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας
Αυτό σημαίνει, ότι η στρατηγική ανάσχεσης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα προϋποθέτει μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης, φροντίδας των δανειοληπτών (νοικοκυριά), αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας όχι με επιπλέον φορολογικές επιβαρύνσεις αλλά με αναδιανομή του εισοδήματος, ενδυνάμωσης των προϋποθέσεων ανάπτυξης και στήριξης της επενδυτικής δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου η ελληνική οικονομία να αντιμετωπίσει τις προαναφερόμενες σοβαρές αρνητικές συνέπειες κατά το 2009 και τις σοβαρότερες κατά το 2010.
Από την άποψη αυτή, αποτελεί στόχο επείγουσας προτεραιότητας, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία (νέο μείγμα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής) και η δημιουργία συνθηκών δυναμικής προοπτικής της (νέο πρότυπο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης), τα οποία λειτουργούντα ως οργανική ενότητα θα μεταμορφώσουν την ελληνική οικονομία σ΄ ένα οικονομικό και κοινωνικό σχηματισμό καινοτομικής, γνωσιολογικής και αλληλέγγυας προοπτικής, ο οποίος θα εξασφαλίζει την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και των εργασιακών και κοινωνικών συνθηκών παραγωγής τους, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού και του διεθνούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος.
Κατά συνέπεια, το αναπτυξιακό διακύβευμα για την Ελλάδα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της διεθνούς οικονομικής κρίσης είναι εάν θα απομακρυνθούν από τις δυσμενείς αυτές προοπτικές και αμφιβόλου αποτελεσματικότητας «ενεργοποίηση των αυτόματων μηχανισμών σταθεροποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας» σύμφωνα με το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ή θα προσανατολισθούν στην σύλληψη ενός νέου θεωρητικού υποδείγματος και στον σχεδιασμό και την οργάνωση ενός νέου προτύπου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η κατάθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού του έτους 2010 να περιλαμβάνει την απόσυρση των μέτρων φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών και των συνταξιούχων και την αποκατάσταση της ισορροπίας στη πραγματική φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων από εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα. Από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα (35,1%, 2007) αντιστοιχεί στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - 25 (36,4%, 2006), ενώ η πραγματική φορολόγηση για τα κέρδη ανέρχεται, σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε-25 (15,9% για την Ελλάδα, έναντι 33,0% στην Ε.Ε-25). Ταυτόχρονα με αυτή την άνιση φορολογική επιβάρυνση σε βάρος των μισθωτών διαπιστώνεται ότι ένα στα τέσσερα ευρώ που παράγονται στην Ελλάδα είναι εκτός φορολογίας. Με άλλα λόγια, η αποκατάσταση της ανισοκατανομής του εισοδήματος και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής αποτελούν βασικές πηγές χρηματοδότησης για την αύξηση των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και θα αποκαταστήσουν, στον βαθμό που τις αφορά, τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, απαιτούνται συγκεκριμένα μέτρα στήριξης της χρηματοοικονομικής ρευστότητας (1,65 δισ. ευρώ το ύψος των ακάλυπτων επιταγών στην Ελλάδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009, Ιούλιος 2009) καθώς και της επενδυτικής δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παράλληλα με μέτρα εισοδηματικής στήριξης των δανειοληπτών (νοικοκυριά). Είναι πλέον πασιφανές ότι οι ΜΜΕ πιέζονται σοβαρά από την έλλειψη ρευστότητας λόγω της περιορισμένης χρηματοδότησής τους από τις τράπεζες καθώς και από την μείωση του κύκλου εργασιών, που κατά το 2010 οι δύο αυτοί παράγοντες θα οδηγήσουν στην μείωση των επενδύσεων, της ανταπόκρισής τους προς τους προμηθευτές τους και στην μείωση της απασχόλησης.
Βέβαια, η θεωρητική αντίληψη, η στρατηγική και τα μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και ύφεσης στην Ελλάδα, απαιτείται βραχυπρόθεσμα να εστιάζονται στην αποκατάσταση των μακροοικονομικών και κοινωνικών της ανισορροπιών με κινητήριο μοχλό την αναδιανομή του εισοδήματος και μεσο-μακροπρόθεσμα απαιτείται να εστιάζονται στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών της προβλημάτων, με την άσκηση δημόσιων πολιτικών ανάπτυξης (ολοκληρωμένα συμπλέγματα δραστηριοτήτων), ενίσχυσης της συνολικής ζήτησης, της καινοτομικής παραγωγικής και τεχνολογικής βάσης στον πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας, καθώς και αντικατάστασης του μοντέλου αποκρατικοποιήσεων και ιδιωτικοποιήσεων των δημοσίων επιχειρήσεων, ως μοντέλου μη ορθολογικής διαχείρισης των πόρων με αναπτυξιακή και κοινωνική αποτελεσματικότητα από το μοντέλο των επιχειρήσεων δημοσίου συμφέροντος.
Σε αντίθεση απ’ αυτή την αντίληψη και στρατηγική οι απόψεις που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και εφαρμόζουν τα κράτη-μέλη είναι κυρίως προσανατολισμένες προς την κατεύθυνση ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με ελέγχους, εποπτεία και συντονισμό, προκειμένου «οι σφιχτές οικονομικές και κανονιστικές πολιτικές να επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή οικονομία να ανασυγκροτηθεί», παράλληλα με την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.
Η μη εγκαθίδρυση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου στην Ελλάδα στην κατεύθυνση βελτίωσης της τεχνολογικής, παραγωγικής και καινοτομικής βάσης στους τρεις τομείς της ελληνικής οικονομίας καθώς και της αναδιανομής του εισοδήματος, θα επιδεινώσει, μεταξύ των άλλων, ακόμη περισσότερο το χαμηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγει η ελληνική οικονομία (20% του ΑΕΠ αποτελούν οι εξαγωγές της χώρας μας) το οποίο σχετίζεται κυρίως με την χαμηλή διαρθρωτική της ανταγωνιστικότητα (ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών, ποιότητα παραγωγικής διαδικασίας, ποιότητα εργασιακών σχέσεων, ποιότητα επαγγελματικής κατάρτισης, κλπ). Δυστυχώς όμως, η κατεύθυνση που δόθηκε από τους φορείς άσκησης της οικονομικής πολιτικής και τις εργοδοτικές οργανώσεις και ακολουθήθηκε από τις επιχειρήσεις, δεν ήταν η αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, που η οικονομική κρίση ανέδειξε στην επιφάνεια, και η βελτίωση του επιπέδου της διαρθρωτικής της ανταγωνιστικότητας αλλά ήταν η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, με κινητήριους μοχλούς την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την συρρίκνωση του εισοδήματος, την φορολογική επιβάρυνση και την αποδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης και υγείας.
Όμως σήμερα, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε ότι η κατεύθυνση αυτή ήταν λανθασμένη γιατί μετά από μία μακροχρόνια περίοδο θεαματικής μείωσης του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν (είτε πρόκειται για το σύνολο της οικονομίας, είτε πρόκειται για τον επιχειρηματικό τομέα) και ανόδου των δεικτών της κερδοφορίας (περιθώρια κέρδους, απόδοση κεφαλαίου) οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές εμπόριο δεν παρουσιάζουν βελτίωση. Αυτή η αποτυχία της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα διαμέσου της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας, των ιδιωτικοποιήσεων, της ενίσχυσης της κερδοφορίας του επιχειρηματικού τομέα, της διεύρυνσης της ευελιξίας των εργασιακών σχέσεων, της δημοσιονομικής πειθαρχίας με κύριο μέσο την πραγματική μείωση των κοινωνικών δαπανών και της απορύθμισης του συστήματος κοινωνικής προστασίας, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει όσους υποστήριξαν αυτήν την κατεύθυνση και αυτό το μείγμα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής σε αναθεώρηση των απόψεων τους και σε αλλαγή των πολιτικών τους.
Ακριβώς, η εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση που καταθέτουν και διεκδικούν τα συνδικάτα στοχεύει στην αλλαγή της εφαρμοζόμενης κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής που δημιουργεί συνθήκες φαύλου κύκλου στην ελληνική οικονομία με έντονα τα στοιχεία του δημοσιονομικού, αναπτυξιακού και κοινωνικού αδιεξόδου καθώς και καθίζησης των προσδοκιών στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η βαριά κληρονομιά των επιπτώσεων της εφαρμοζόμενης κοινωνικο-οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, εκτός από το κοινωνικό κόστος αύξησης της ανεργίας, θα απαιτήσει τεράστιους πόρους και θα απολεσθεί πολύτιμος αναπτυξιακός χρόνος. Η έξοδος από την οικονομική κρίση στην Ελλάδα βρίσκεται στην επιλογή της αναδιανομής του εισοδήματος και της αναπτυξιακής στρατηγικής. Αναγκαίο στοιχείο, μεταξύ των άλλων, της αναπτυξιακής στρατηγικής σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο είναι η αλλαγή φιλοσοφίας και προσανατολισμού στην κατανομή των κοινοτικών πόρων, οι οποίοι κατά την περίοδο 2000 -2006 (αντιστοιχούν κάθε χρόνο 342 ευρώ σε κάθε κάτοικο της χώρας μας) συνέβαλαν κατά 2,7% ετησίως στο ΑΕΠ της χώρας, αλλά η απορρόφησή τους (98,6% Γ΄ ΚΠΣ) συντελέστηκε κατά κύριο λόγο στην πραγματοποίηση υποδομών και αυτοκινητόδρομων. Είναι περιορισμένη η κατανομή τους στην ενέργεια, στον εκσυγχρονισμό των ΜΜΕ, στην έρευνα και την ανάπτυξη, στις κοινωνικές υποδομές και στην στήριξη της απασχόλησης.
Η επιλογή της αναδιανομής του εισοδήματος αποτελεί την επιθετική απάντηση, σε βραχυχρόνιο επίπεδο, του ερωτήματος πώς θα αντιμετωπίσουμε την κρίση και η αναγκαιότητα του νέου προτύπου ανάπτυξης αποτελεί την αναπτυξιακά επιθετική απάντηση, σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, του ερωτήματος μετά την κρίση τι;
Πράγματι, μετά την οικονομική κρίση στην λειτουργία της διεθνούς, της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας πολλά πράγματα θα είναι διαφορετικά στο επίπεδο της ανάπτυξης, της απασχόλησης, του εισοδήματος, των τομέων και κλάδων παραγωγής, της τεχνολογίας, της μετανάστευσης, των κλιματικών αλλαγών και του περιβάλλοντος, της αγοράς εργασίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτή η μετά την κρίση διαφορετικότητα θα πρέπει να σχεδιασθεί, να οργανωθεί και να λειτουργήσει στην πράξη με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργεί στους εργαζόμενους και στην νεολαία συνθήκες αβεβαιότητας και ανασφάλειας αλλά να δημιουργεί συνθήκες βέβαιας και εξελισσόμενης δυναμικά οικονομικής και κοινωνικής προοπτικής.
Εάν δεν απαντηθούν αναπτυξιακά και κοινωνικά αποτελεσματικά οι προκλήσεις αυτές, οι δύσκολες προοπτικές που βρίσκονται μπροστά μας θα επιδεινωθούν με την έξαρση της αντίφασης «μείωση των προσλήψεων – αύξηση των απολύσεων». Οι προβλέψεις αύξησης (το 2010 θα είναι έτος ύφεσης με προβλεπόμενη αύξηση της ανεργίας) του ΑΕΠ, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς το 2011 (0,6%), το 2012 (1,2%), το 2013 (1,6%) και το 2014 (1,8%), δεν είναι ικανές και αναγκαίες για να επιλύσουν την προαναφερόμενη αντίφαση στην αγορά εργασίας, δεδομένου ότι το 2015 εάν επαληθευτούν αυτές οι προβλέψεις δεν θα έχει επιτευχθεί ούτε καν το επίπεδο της επίσημης ανεργίας[1] του 2008 (7,8%). Η μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη επίλυσης της συγκεκριμένης αντίφασης είναι η νέα ανάπτυξη, η αναδιανομή του εισοδήματος και η αύξηση των δημόσιων και κοινωνικών δαπανών. Έτσι μόνο θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, θα παραχθεί και θα αναδιανεμηθεί δίκαια νέος πλούτος, θα εκσυγχρονιστεί τεχνολογικά η παραγωγή, θα απορροφηθεί σημαντικά η ανεργία, θα εξισορροπηθεί σημαντικά η λειτουργία της αγοράς εργασίας και θα εξαλειφθεί ο φαύλος κύκλος των δημοσιονομικών και αναπτυξιακών αδιεξόδων στην ελληνική οικονομία.
Σ’ αυτές τις δημοσιονομικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές προκλήσεις ανταποκρίνεται το πλαίσιο αιτημάτων και διεκδικήσεων των συνδικάτων, το οποίο συγκροτεί την εναλλακτική πρόταση εξόδου από την οικονομική κρίση στην χώρα μας.
[1] Στην οικονομική κρίση του 1929 στις ΗΠΑ το επίπεδο της ανεργίας του 1931 (15,9%) δεν επετεύχθηκε ούτε μετά εννέα χρόνια (1939, 17,4%).

Δεν υπάρχουν σχόλια: